ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

2 Μαΐου 2018

Στη φυλακή...-Ναπολέων Λαπαθιώτης !

 Στη φυλακή...
Στη φυλακή με κλείσανε
οι δυνατοί του κόσμου
κι έσπασα πόρτες, κλειδωνιές,
να ρθω σε σένα, Φως μου !

Τα σίδερα λυγίσανε
απ' το βογγητό μου
και στέρεψαν για να διαβώ,
κι οι ποταμοί του δρόμου...

Και σα τρελός σε γύρεψα,
μα συ δεν εφαινόσουν!...
Και πικραμένος, γύρισα
να με ξανακλειδώσουν... 


30 Απριλίου 2018

Ο τρελός του μπαρμπα-Γιάννη του Σκαρίμπα ! !



Τρελός;

Είμαι -το ξέρω- λογικός. Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
λεω: είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω.

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τα’ όντι
δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
νάναι τα δυο διπλό σε ένα . νοερά μου:
Πως είναι στόγγυλοι – επιμένω- οι οριζόντοι

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
φτιάχνω, και πάω πατώντας, ούτε λόγος
οτι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
στρίβω να μη σκουντάψω πια στους τοίχους

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία. Το ψέμα
μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
έκανε τίκι- τακ για κείνηνα – στοχιά μου:
Για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε: πως την έλεγαν ξεχνάω…
- χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου-
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λέω: είδα ένα φύλλο πούπεσε –και πάω…

28 Απριλίου 2018

Μυριαστερούσα- Σκαρίμπας...

Σχετική εικόνα

Μυριαστερούσα

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ως θα ύψωνε το χέρι της να ευλόγα,
διάβηκε με τα χείλη της – άνθος γυμνό- στο δρόμο
κι είχε στον φραμπαλά ανθιά ζωγραφιστά και –φλόγα
καρφιτσωμένη – άλικο τριαντάφυλλο στον ώμο.

Μύρια στις γόβες της αστριά χρυσά ‘χε κεντημένα
και –σαν που κυνηγιόντουσαν δυο έρωτες στο μπάτη-
κάτω απ’ του ποδόγυρου της το κύμα, επέτα το ένα,
μετά το άλλο της – πουλιά- τα πόδια και τα επάτει.

………………………………………………………..

Τι είναι η ζωή μας; Όνειρο! Κι εμείς ψυχές στο χρόνο…
κι όσ’ αστεράκια έχει ο ουρανός κι η γης οσ’ άνθια – τα’ όντις,
τόσα οι καημοί μου εγίνηκαν άνθια, και τα μαζώνω
και τόσοι πόνοι μου, τα’ αστριά εκειά των γοβακιών της…


5 Απριλίου 2018

Λαμπάδα Τέλος - Σε ποια ηλικία σταματούν οι υποχρεώσεις του νονού στο βαφτιστήρι !

Λαμπάδα Τέλος -Σε ποια ηλικία σταματούν οι υποχρεώσεις του νονού στο βαφτιστήρι
Μεγάλη Δευτέρα και έχεις μόλις τελειώσει από τη δουλειά. Έχεις ακριβώς δύο ώρες (καθαρές) για να επιλέξεις τρία διαφορετικά δώρα, λαμπάδες, ρούχα, παπούτσια και πασχαλινά αυγά, για τα τρία βαφτιστήρια σου. Καλώς ήρθες σε έναν παραλογισμό...
Σε αυτό το άρθρο δεν θα μιλήσουμε για τα ηθικά και πνευματικά καθήκοντα των νονών, τα οποία θα πρέπει να είναι δια βίου, αλλά για τα υπόλοιπα, τα υλικά καθήκοντα και πώς αυτά έχουν εξελιχθεί μέσα στο πέρασμα του χρόνου.
Ας μην γελιόμαστε, όσοι και όσες από εμάς είμαστε νονοί, μάλλον δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τον χρόνο που διαθέτουμε στα βαφτιστήρια μας. Τόσο η δουλειά, όσο και ρυθμοί της καθημερινότητας δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε όσο θέλουμε τους αγαπημένους μας μπόμπιρες (κάποιοι ζούμε και σε άλλες πόλεις, κάτι που κάνει την επαφή ακόμη δυσκολότερη). Αλλά αυτό το ζήτημα χρήζει ανάλυσης σε νέο άρθρο. 
Η βασική ερώτηση που πρόκειται να απαντήσουμε σήμερα είναι η εξής: Μέχρι πότε έχω υποχρέωση να αγοράζω δώρα στο βαφτιστήρι μου;
Η ερώτηση αυτή που έχει απασχολήσει γενιές και γενιές νονών, ενώ έχουν γραφτεί ακραίες γνώμες κατά καιρούς σε forum και διαδικτυακές σελίδες.
Κάποιοι αναφέρουν ότι τα δώρα των νονών πρέπει να είναι εφ' όρου ζωής (hardcore άποψη που εκφράζει μόνο όσους δεν έχουν βαφτιστήρια, αλλά έχουν νονό). Εντάξει, αντιλαμβάνεστε ότι κάτι τέτοιο είναι παράλογο και με τη διαφορά ηλικίας, θα βλέπαμε πιθανότατα μια 80-χρονη νονά να τρέχει να αγοράσει λαμπάδα στην 50-χρονη βαφτιστήρα της. 
Από την άλλη, υπάρχει μια παλιά λαϊκή παράδοση, που υποστηρίζει ότι η ηλικία στην οποία πρέπει να σταματήσει η λαμπάδα και κατ' επέκταση τα δώρα, είναι αυτή των 12 ετών. Όπου 12, είναι η συμβολική ηλικία στην οποία ο Χριστός πήγε μόνος του στο Ναό ( Eπίσης λίγο σκληρό για ένα 12-χρονο παιδί να μην ξαναπάρει λαμπάδα).
Η επικρατέστερη ωστόσο άποψη είναι ότι λαμπάδα και δώρα (παιχνίδια κλπ) αρχίζουν να αραιώνουν μόλις ενηλικιωθεί το παιδί. Τα 18 είναι μια καλή ηλικία στην οποία ένας νονός (που ενδεχομένως δεν έχει και την οικονομική άνεση) θα μπορούσε να σταματήσει τα καθιερωμένα δώρα στο βαφτιστήρι του. Μπορεί ωστόσο να δίνει κάποια χρήματα όταν και αν νιώθει ότι μπορεί να το κάνει.
Όπως και να έχει, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και τα δώρα πάντα καλοδεχούμενα. 

Πηγή: ΕΔΩ

28 Μαρτίου 2018

Έναν Φιλόλογο επειγόντως… για να τελειώνουμε με το όνομα των Σκοπίων

Έναν Φιλόλογο επειγόντως… για να τελειώνουμε με το όνομα των Σκοπίων

Γράφει ο οφθαλμίατρος κ. Θέμος Γκουλιώνης
Παρακολουθούμε όλοι μας τούς (παρα)μορφωμένους βουλευτές μας (γιατροί οι περισσότεροι και δικηγόροι) και τούς υπουργούς, να επιχειρηματολογούν για τήν ονομασία τών Σκοπίων.
Ομιλούν για σύνθετη ονομασία που να περιέχει και το όνομα της Μακεδονίας. Αναζητούν «γεωγραφικό προσδιορισμό» ο οποίος να ομιλεί περί Μακεδονίας ως δευτερευούσης παραμέτρου, δήθεν επειδή όλη αυτή η περιοχή είχε ενσωματωθεί στο βασίλειο τής Μακεδονίας. Μα όλος ο τότε γνωστός κόσμος είχε κατακτηθεί και είχε ενσωματωθεί στο βασίλειο τών Μακεδόνων. Τα απειράριθμα λοιπόν σημερινά κράτη πρέπει να λέγονται με μία λέξη Μακεδονία;
Ομιλούν για την αναγνώριση από 160 χώρες τού κράτους αυτού με σκέτο το όνομα Μακεδονία, άρα πρέπει και εμείς να το δεχθούμε! Ήμαρτον! Και άλλα πολλά και απολύτως εξωφρενικά λέγουν.
Ένα μόνο δέν έχουν σκεφθεί: Να προτείνουν σε έναν υπουργό ή και έναν απλό πολίτη τού κράτους αυτού, να προφέρει, μόνο να προφέρει, το όνομα τού Αλεξάνδρου. Τον λένε Alexander, τον λένε Ισκεντέρ, Alessandro, Aleksandar, Alleksanda, Sandor, Sikandar, Xandru, και άλλες περίπου 30 διαφορετικές ονομασίες, αλλά με κανένα από αυτά τα ονόματα δεν θα μπορούσε ούτε και ο ίδιος ο Αλέξανδρος να καταλάβει ότι μιλούν γι’ αυτόν. Εν τούτοις του στήνουν τεράστια αγάλματα και δίνουν το όνομά του σε δρόμους, πλατείες και αεροδρόμια και ό,τι άλλο απολύτως κωμικό μπορεί να σκεφθεί κανείς. Αλέξανδρο όμως δεν θα μπορέσει να τον πει κανείς από αυτούς.
Αλλά και να μπορέσει κάποιος να το προφέρει αυτό το όνομα, δεν θα μπορέσει να το ετυμολογήσει. Που να μπορέσει να καταλάβει ο καψερός, ότι μέσα σε αυτή την λέξη κρύβεται το ρήμα «αλέξω» και το ουσιαστικό «άνδρας».
Ανοίγουμε λοιπόν το Ομηρικό λεξικό του Ιωάννου Πανταζίδου (έκδοση Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1903) στην λέξη αλέξω = απωθώ, αποκρούω, αντιμετωπίζω, αποσοβώ. Για τη λέξη άνδρας πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να ανοίξουμε λεξικό (ακόμη).
Θα πει κάποιος: Μα το ρήμα αλέξω δεν υπάρχει πια!
Τι μας λέτε; Και η λέξη αλεξικέραυνο ή το αλεξίσφαιρο δεν υπάρχουν; Και το αλεξίπτωτο, το αλεξιβρόχιο, το αλεξήνεμο, το αλεξιβόρβορο (αχ αυτό το τελευταίο, εσχάτως το έχουμε χάσει δυστυχώς, γι’ αυτό και κυλιόμαστε στον βόρβορο της παρακμής), όλα ταύτα δεν είναι υπαρκτά; Δεν αποτελούν διαχρονικά την αιώνια Ελληνική μας λαλιά;
Και είναι αιώνια αυτή η λαλιά, γιατί Αλέξανδρο συναντούμε και στις πινακίδες της Γραμμικής – Β! και βάλτε με το νου σας πόσα χρόνια πριν ακόμη και από την εφεύρεση της Γραμμικής – Α θα προφέρονταν αυτή η λέξη!
Ειρήσθω εν παρόδω ότι η 100% Ελληνική γραφή της Γραμμικής – Β, είναι η αρχαιότερη, από τις ομιλούμενες σήμερα γλώσσες στον πλανήτη. Η αμέσως επόμενη Κινεζική, είναι κατά 3 αιώνες νεότερη.
Θα πει κάποιος: Ο Αλέξανδρος ως γιός Βασιλιά, είχε ιδιαίτερη μόρφωση και άρα είχε μάθει από μωράκι τα Ελληνικά ως δεύτερη γλώσσα.
Και το όνομα τού πατέρα του ξένο κι αυτό; Δέν τόν έλεγαν Φίλιππο, τόν έλεγαν Philip; Δηλαδή δεν σήμαινε το όνομά του «ο φίλος των ίππων» αλλά τον φώναζε έτσι η μάνα του επειδή είχε δει μια πρόσφατη κινηματογραφική ταινία με τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό Ζεράρ Φιλίπ και είχε ξετρελαθεί με αυτό το όνομα;
Και η μάνα του Αλέξανδρου, με κείνο το περίεργο και απολύτως …ξενικό όνομα «Ολυμπιάδα», Θεέ και Κύριε, αλλοδαπή κι αυτή;
Και ο προ-προ-προπάππος του, Αλέξανδρος ο Α΄ που έλαβε μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, εκεί που ουδείς μπορούσε να εισέλθει εάν δεν ήτο από πατέρα και μητέρα Έλλην;
Και ο πατέρας του που του είχαν αναθέσει να διοργανώσει τους Αθλητικούς Αγώνες στους Δελφούς, ούτε αυτός ήταν Έλληνας;
Και ο μακεδόνας δάσκαλός του, ο πασίγνωστος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γής μαθητής του Πλάτωνος, ο Αριστοτέλης, σε τι γλώσσα δίδασκε το δεκατριάχρονο εκείνο παιδάκι που αργότερα θα γίνονταν ο διασημότερος άνδρας όλης της Ιστορίας, ο άνθρωπος που δεν νικήθηκε ποτέ;
Και η παροιμιώδης φράση του «εάν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να είμαι ο Διογένης», την είπε βοηθούμενος από μεταφραστή; Ή μήπως εμπιστεύθηκε κάποιον που κατείχε την νοηματική;
Και η Ιλιάδα του Ομήρου που αχώριστα τον συνόδευε στην νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Περσών, δεν ήταν γραμμένη στα Ελληνικά;
Και ο Αχιλλέας που αποτελούσε το πρότυπό του, με την μητέρα του την Θέτιδα, ήσαν βαρβαρικής καταγωγής;
Και τα θέατρα που έκτισε και τα στάδια και τα γυμναστήρια και τις παλαίστρες και τους βαρβαρικούς νόμους που αντικατέστησε με Ελληνικούς, όλα ταύτα δεν λένε τίποτα περί της Ελληνικότητάς του;
Και το ότι κατέκαυσε την πρωτεύουσα της Περσικής αυτοκρατορίας εις αντεκδίκηση της πυρπολήσεως από τους Πέρσες της πόλεως των Αθηνών, ούτε αυτό μαρτυρεί κάτι;
Και για την λέξη Μακεδονία η οποία κατά τον Ηρόδοτο και τον Όμηρο προέρχεται από το «Μακεδνός» = υψηλόκορμος, ουράνιος, εμείς σήμερα θα πρέπει να θεωρούμε ότι το «ουράνιος» εξηγείται ότι απλώς έπεσε σαν αερόλιθος από τον ουρανό;
Και ο Τραγικός Ευριπίδης που έζησε τα τελευταία του χρόνια στην Μακεδονία και έγραψε τις «Βάκχες» στα Ελληνικά, απευθύνθηκε σε κόσμο ο οποίος δεν καταλάβαινε αυτή τη γλώσσα; Δηλαδή ανόητος και ο Ευριπίδης;
Και κείνο το αγαπημένο του το άλογο, ποιος το σκέφθηκε να του δώσει όνομα Ελληνικό; Και οι οπλίτες, όταν αφίππευε ο στρατηλάτης, έβαζαν μεταφραστή για να το φωνάξουν;
Εν κατακλείδι, οι Σλάβοι που σήμερα επιμένουν ότι είναι οι απόγονοί του (χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε μια λέξη από τη γλώσσα που μιλούσε ο Αλέξανδρος, ούτε τι σημαίνει καν το όνομά του) ήλθαν στην περιοχή, 1.000 χρόνια μετά τον θάνατό του! Χίλια χρόνια μετά!!
Και οι «επίσημοι» εκπρόσωποί μας σήμερα, να θεωρούν αυτό το γεγονός, ως μηδέποτε γενόμενο;
Και πως η παγκόσμια επιστημονική (και όχι μόνο) κοινότητα, ονόμασε τους χρόνους που ακολούθησαν τις κατακτήσεις του, ως «Ελληνιστικούς χρόνους»;
Ούτε όλοι αυτοί κατάλαβαν τίποτα;
Και τέλος, τι να πούμε για το πρωτοφανές γεγονός, ότι όλη η ανθρωπότητα τον ονομάζει «Μέγα», εκτός από τους λαούς που κατέκτησε; Εκείνοι λοιπόν οι άνθρωποι τον ονομάζουν «Μέγιστο» (Ουάκμπάρ), μια έκφραση που χρησιμοποιούν μόνο για τον Αλέξανδρο και τον Θεό! Και τον ονομάζουν έτσι, θεωρώντας ότι ο Αλέξανδρος δεν προσπάθησε να τους υποδουλώσει αλλά πέτυχε να τους ελευθερώσει!
Τι στην οργή συμβαίνει επί τέλους εδώ και όλα αυτά δεν συζητούνται ούτε από τους Έλληνες καν;
Δεν χρειαζόμαστε όπως φαίνεται διαπραγματευτές!
Έναν καλό φιλόλογο χρειαζόμαστε που να ξέρει και λίγη Ιστορία! Για να μας πει πως έδιωξε ο Αλέξανδρος τους Παίονες από τα βόρεια σύνορά του ώστε να μην τον παρενοχλούν όταν αυτός θα βρίσκεται στην μακρινή Περσία και την Βακτριανή. Και για την ευθεία καταγωγή της γενιάς του από τους Ηρακλείδες του Άργους. Και άλλα πολλά να μας πει, πολλά και ενδιαφέροντα.
Ναι τον χρειαζόμαστε, και μάλιστα επειγόντως!

Θέμος Γκουλιώνης
Οφθαλμίατρος
(ΝΑΥΠΛΙΟΝ 15.1.18)

http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2018/03/blog-post_564.html

Σημείωση δική μου:
Και οφθαλμιάτρους, γιατρέ μου χρειαζόμαστε, και οφθαλμιάτρους ! ! !...
Ι.Β.Ν.

25 Μαρτίου 2018

Η ποίηση για την εθνεγερσία του 1821

Η ποίηση για την εθνεγερσία του 1821
Αμέτρητος, αμύθητος και αθάνατος θησαυρός η δημοτική ποίηση για τους αγώνες της Ρωμιοσύνης για ελευθερία στους χρόνους της Τουρκοκρατίας και την επανάσταση του 1821. Οι σκληροί αγώνες της κλεφτουριάς έθρεψαν τους στίχους και τις ιδέες του πρωτεργάτη και εξαγγέλλου της ελληνικής ελευθερίας, αλλά και των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής χερσονήσου εναντίον κάθε μορφής τυράννων, Ρήγα Βελενστινλή. Στο γνωστό του πατριωτικό εμβατήριο «Θούριος» στιχουργεί:
Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις και είσαι στη σκλαβιά; 
Στοχάσου πως, σε ψένουν καθ’ ώραν στη φωτιά 
... πώς οι προπάτορές μου ορμούσαν σαν θεριά 
Για την ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά. 
Έτσι κι εμείς αδέλφια ν’ αρπάξωμεν για μια 
Τ’ άρματα και να βγούμε απ’ την πικρή σκλαβιά. 
Η ποίηση του Ελληνοϊταλού ποιητή Φώσκολου, εμπνευσμένη από τους αγώνες των ευρωπαϊκών λαών κατά της απολυταρχίας, επηρεάστηκε από τη δημοτική ποίηση και ιδιαίτερα το λαϊκό τραγούδι των Επτανήσων απ’ όπου κατάγεται. 
Ο υπόδουλος ελληνικός λαός που αγωνίζεται κατά των Οθωμανών εμπνέεται από τις εθνεγερτικές «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου: 
Τρέξατε αδέλφια, τρέξατε 
Ψυχαί θερμαί γενναίαι 
Εις τον βωμόν, τριγύρω, 
Της πατρίδος αστράπτοντα 
Τρέξατε πάντες. 
Ας παύωσ’ 
Οι διχόνιαι 
Που ρίχνουσι τα έθνη 
Τυφλά, υπό τα σκληρότατα 
Ονύχια των άγρυπνων 
Δολίων τυράννων. 
Ο 15σύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού εμπνέει τα ποιητικά αριστουργήματα του Διονύσιου Σολωμού «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Οι χαιρετισμοί», «Ο Λάμπρος», καθώς και τις ελεγείες του για τους θανάτους του Μ. Μπότσαρη και του Λόρδου Βύρωνα. 
Η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και ο λαϊκός πολιτισμός συγκινούν από τις αρχές του 17ου αιώνα τους πρώτους δημοτικιστές, Νικόλαο Σοφιανό, τον φωτισμένο και μαρτυρικό πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λεύκαρι, όπως και τους Βηλαρά και Χριστόπουλο στις αρχές του 19ου αιώνα, διδασκάλους στις σχολές των Ιωαννίνων. 
Το έργο των μεγάλων στοχαστών του Γαλλικού διαφωτισμού, Βολτέρου, Μοντεσκιέ, Ντιντερό, Ρουσό, οι ιδέες και το έργο του Ρήγα Βελεστινλή, έθρεψαν τους πρωτεργάτες της νεοελληνικής πνευματικής αναγέννησης, τους κορυφαίους εκπροσώπους της Αδαμάντιο Κοραή και Κωνσταντίνο Κούζα, δάσκαλο στη Λάρισα και την Τεργέστη. Αυτές τις ιδέες υπηρέτησαν επίσης ο «Φιλικός» δραματουργός Γ. Λασσάνης, ο πρώτος Έλληνας επαγγελματίας ηθοποιός Κωνσταντίνος Αριστίας, που έπεσε μαχόμενος στις τάξεις του «Ιερού Λόχου», ο θεατράνθρωπος από την ελληνική παροικία της Οδησσού, Σπύρος Δρακούλης, και ο Π. Ανδρόνικος στο Κίνσοβο (Ρωσία) ο οποίος και μας κληροδότησε το, αργότερα μελοποιημένο, ακόλουθο ποίημα: 
Ω παιδιά μου, ορφανά μου, 
Σκορπισμένα εδώ κι εκεί, 
Διωγμένα, 
Υβρισμένα, 
Απ’ τα έθνη παν’ εκεί 
Ξυπνείστε τέκνα, 
Κι ήλθεν η ώρα 
Ξυπνείστε όλα, 
Τρέξατε τώρα 
Κι ήρθεν, ο Δείπνος ο Μυστικός! 
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και τους κορυφαίους του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, τον Γερμανό Βίλχελμ Μίλερ, τον Άγγλο Λόρδο Βύρωνα και τον Ρώσο Αλέξανδρο Πούσκιν, παθιασμένους υποστηρικτές της εθνεγερσίας του 1821. Ο αποκαλούμενος «Έλληνας» Βίλχελμ Μίλερ, ο οποίος το 1821-27 έγραψε 52 θαυμάσια ποιήματα «Τραγούδια των Ελλήνων», τους έδωσε τον τίτλο «Αφιέρωμα για τον ηρωικό αγώνα». Καυτηριάζει τις ωμότητες των Τούρκων κατακτητών, την εχθρότητα της «Ιεράς Συμμαχίας» και τον κυνισμό της Μ. Βρετανίας στα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Στο ποίημά του «Η Ελλάδα και ο κόσμος», μεταξύ άλλων, γράφει: 
Χωρίς τη Λευτεριά τι θα ήσουν εσύ, Ελλάδα; 
Χωρίς εσένα, Ελλάδα, τι θα ήταν ο κόσμος; 
Ελάτε σεις λαοί απ’ όλες τις Χώρες 
Δείτε τα στήθια που σας θήλασαν 
Με το καθαρό γάλα της σοφίας. 
Ο «αποστάτης» της αριστοκρατικής τάξης Λόρδος Βύρων, που έκανε υπόθεση ζωής την ελευθερία της Ελλάδας και, αγωνιζόμενος γι’ αυτήν, πέθανε στο Μεσολόγγι το 1824, έγραψε ουκ ολίγα έξοχα ποιήματα, από τα οποία διαλέγουμε ελάχιστα σπαράγματα: 
Με ποτάμια από τα αίματα 
Κατακτιέται η λευτεριά 
Ή στη μάχη θα πέσουμε 
Ή θα ζήσουμε ελεύθερα πια 
Ο μέγας Ρώσος ποιητής Αλέξανδρος Πούσκιν, θαυμαστής της ποίησης του Βύρωνα (όπως επισημαίνει ο άριστος γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας, Μήτσος Παπαλεξανδρόπουλος, οι ρωσικές φωνές του ποιητικού φιλελληνισμού προέρχονταν οι περισσότερες από το φιλελεύθερο πνεύμα των Ρώσων αριστοκρατών και το ριζοσπαστικό κίνημα των «Δεκεμβριστών») και ενθουσιασμένος από το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, αναφωνεί: 
Εμπρός στυλώσου Ελλάδα επαναστάτισσα 
Βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου, 
Μάταια δεν ξεσηκώθηκε ο Όλυμπος 
Η Πίνδος, οι Θερμοπύλες δοξάσμά σου 
Απ’ τα βαθιά σου σπλάχνα ξεπετάχτηκε 
Η λευτεριά ολόφωτη, γενναία 
Κι από τον τάφο του Σοφοκλή απ’ τα μάρμαρα 
Της Αθήνας πάντα ιερά σου και νέα 
Θεών και ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα 
Το ζυγό σου και την ενάντια μοίρα 
Με την ηχώ που βγαίνει του Τυρταίου σου 
Του Μπάιρον και του Ρήγα άξια λύρα. 
Έτσι λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η ποίηση πρωτοστάτησε στους αγώνες των Ελλήνων για την ελευθερία. 
Λουκάς Θεοχαρόπουλος 

Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε με τίτλο «Η δημοτική και έντεχνη ποίηση για την ελληνική ελευθερία» στο περιοδικό Νέα σκέψη, τεύχος 544 (10-12), Οκτ.-Δεκ. 2017. Προφανώς ο Λουκάς το είχε στείλει προς δημοσίευση στο περιοδικό πριν από τον θάνατό του. Εδώ αναδημοσιεύεται επιμελημένο.


24 Μαρτίου 2018

Κρυφό Σχολειό ! Νικολάου Γύζη !


Αποτέλεσμα εικόνας για 25η μαρτιου

«Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευτεριά,
σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι,
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».
Ι.Πολέμης

11 Μαρτίου 2018

Δίβρη- Ο απλήρωτος ελληνοδιδάσκαλος ...του 1847 !


Εν Δίβρη την 8 10μβρίου 1847
Ο ελληνοδιδάσκαλος Δίβρης
Περί των χρημ. ενταλμάτων 8βρίου και 9μβρίου 
Προς το επί της Δημ. Παιδείας κλπ Βασιλ. Υπουργείον
Επειδή μέχρι της σήμερον, αφ΄ ότου μετέβην ενταύθα, δεν έλαβον ούτε λεπτόν εκ της αντιμισθίας μου, οφείλων εις άλλους αυτόθι, ως είναι γνωστόν εις υμάς , κύριε Υπουργέ, ένεκεν της συμβάσης μοι ασθενείας , τα του Αυγούστου και 7μβρίου μηνιαία της αντιμισθίας μου και ως εκ τούτου ου μόνον στερούμαι και αυτών των καθημερινών μου, προσφέρων ενταύθα πολλά πολλοίς, 
αλλ΄ αναγκάζομαι και να παρενοχλήσω Υμάς δια της παρούσης μου.
Προστρέχων λοιπόν θερμοπαρακαλώ το σεβ. τούτο Υπουργείον, όπως εκδώσει και διευθύνει προς τον υποφαινόμενον, δια της νομίμου οδού τα των παρελθόντων μηνών 8βρίου και 9μβρίου χρηματικά εντάλματα της αντιμισθίας μου ανά δραχμάς 130: προς απάντησιν και θεραπείαν των αναποφεύκτων μοι αναγκαίων εξόδων και προς απότισιν των οφειλουμένων.

Υποσημειούμαι βαθυσεβάστως
ο ευπειθέστατος Ελληνοδιδάσκαλος Δίβρης
Σπυρίδων Αθανασιάδης

Σημείωση δική μου:
Το αντίγραφο είναι από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
Εδώ , ο Διδάσκαλος, από την αγαπημένη μου κωμόπολη της Δίβρης, ζητάει το αυτονόητο. 
-Μου συνέβη να αρρωστήσω, Υπουργέ-του λέει-και εν τω μεταξύ δεν έχω πάρει "μία". Βάλτε μου, σας παρακαλώ ,τα λεφτά μου και για να τα βγάλω πέρα και για να πληρώσω τα δανεικά που πήρα .
Και μην ξεχνάς -λέει στον Υπουργό- ότι : "προσφέρων ενταύθα πολλά πολλοίς !"
Ι.Β.Ν.

6 Μαρτίου 2018

Θεόδωρος Ντίνος !-Ο Γενάρχης των Ντιναίων της ορεινής Ηλείας


Πιστοποιητικόν ότι:
Ο φέρων το παρόν Θεόδωρος Ντίνος εκ του χωρίου Τσίπιανα του Δήμου Λαμπείας της Διοικήσεως Ηλείας, απ΄αρχής του ιερού ημών αγώνος μέχρις τέλους υπηρέτησεν στρατιωτικώς εις τας διαφόρους μάχας, Πουσίου, Πατρών και εις όλας τας εν τη Ηλεία ανεξαιρέτως και διακριθείς ως άριστος στρατιώτης, τίμιος και ευπειθής εις τας διαταγάς των αξιωματικών του. Κατ΄αιτησίν του όθεν του δίδεται το παρόν δια να του χρησιμεύση όθεν ανήκει.
Εν Γαστούνη τη 17 Δεκεμβρίου 1841
Υπογραφή
Επικυρούται η γνησιότης της ανωτέρω υπογραφής του συνταγματάρχου Χρ. Σισίνη
Εν Γαστούνη τη 20 Δεκεμβρίου 1841
Ο Δήμαρχος Ηλιδος
Αντ΄αυτού

Σημείωση δική μου:
Το αντίγραφο είναι από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους,
και ο δικριθείς πολεμιστής του "ιερού ημών αγώνος" είναι ο παππούς του παππού μου.
Αφιερωμένο στον αγαπητό μου ξάδερφο Γιάννη , στη Ελευσίνα !
Ι.Β.Ν.

30 Ιανουαρίου 2018

Η προς την πατρίδα αγάπη μου- Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Η προς την πατρίδα αγάπη μου

Αποτέλεσμα εικόνας για Η προς την πατρίδα αγάπη μου

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα 
σχίζει τα νέφη και περνά  γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π’ αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει ,
ούτ’ αστραπή, που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό. 

Η σημαία είναι απ έδώ

22 Ιανουαρίου 2018

Ουλαλούμ…-Του Μπαρμπα-Γιάννη του Σκαρίμπα !


Ουλαλούμ…
Αποτέλεσμα εικόνας για Ουλαλούμ…
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θά ‘ρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θά ‘ρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
.................................................................
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Πηγή-Εδώ

20 Δεκεμβρίου 2017

Το κούτσουρο των Χριστουγέννων !

 Το κούτσουρο των Χριστουγέννων !
Οι Χριστιανοί του μεσαίωνος σαν γύριζαν τη νύχτα των Χριστουγέννων από την εκκλησία το έριχναν στην ευθυμία και τη διασκέδαση. 
Εύρισκαν να καίει στο τζάκι "το μεγάλο κούτσουρο" που είχαν ανάψει από βραδύς. Το κούτσουρο αυτό , την εποχή εκείνη,ήταν ένα είδος φόρου, που πλήρωναν οι υποτελείς στους άρχοντες. Την παραμονή, δηλαδή των Χριστουγέννων, πήγαιναν στον άρχοντα του τόπου ξύλα, όπως πήγαιναν το Πάσχα αρνιά και πανέρια με αυγά, όπως επήγαιναν την Ανάληψι σιτάρι και των Αγίων Πάντων κρασί ή λάδι. 
Και δεν ήταν μικρός αυτός ο φόρος των ξύλων, αν λάβη κανείς υπ΄όψιν , τα πελώρια αρχαία τζάκια.*
Το δε κούτσουρο αυτό , ήταν ολόκληρος κορμός μεγάλου δένδρου.
Και όχι μοναχά τα αρχοντόσπιτα, αλλά και κάθε σπίτι έδιδε ιδιαιτέρα προσοχή στο τζάκι και στο μεγάλο κούτσουρο τη βραδυά των Χριστουγέννων.
Η πόρτα δε των σπιτιών έμενε ολάνυχτη,τη βραδυά εκείνη, για τους φτωχούς, τους προσκυνητάς και τους οδοιπόρους, που πήγαιναν να ζητήσουν άσυλο. Όλοι είχαν το δικαίωμα να ζεσταθούν,απο το μεγάλο κούτσουρο, τη νυχτιά των Χριστουγέννων.
Και μαζεμένη απο βραδύς, όλη η οικογένεια εκεί, περίμενε τη λειτουργία του μεσονυκτίου με παραμύθια και με διάφορες ιστορίες της ημέρας.
Μετά την εκκλησία γινότανε το μεγάλο τραπέζι, εις το οποίον προσετίθετο η πατροπαράδοτη χορταρόσουπα, η βρασμένη εις την χύτρα που την έχωναν μέσα στη στάχτη πρίν φύγουν για την εκκλησία.
Έπειτα ερχόταν η παραγεμιστή η χήνα ή ο ινδιάνος και τέλος τα γλυκίσματα όπως τα συνειθίζαν σε κάθε επαρχία !

Σημείωση δική μου
*(Ίσως από εκεί να βγήκε το: "Είναι από μεγάλο τζάκι !")
Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε από εμένα και είναι από το περιοδικό "Μπουκέτο"του Δεκεμβρίου του 1927 και από την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Πατρών !

Ι.Β.Ν.

18 Δεκεμβρίου 2017

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ-Χρ.Χριστοβασίλης

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ


Κόντευε το βασίλεμα ήλιου της παραμονής των Χριστουγέννων. Έβρεχε δυνατά κι' ο καιρός φαίνονταν άγριος. Πυκνή συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό, τόσο που το ηλιοβασίλεμα δεν έδειχνε κανένα χρωματισμό.
Μια εβδομηντάρα γριά, η πρωτονοικοκυρά του χωριού κάθονταν στην κορφή του δωματίου, δίπλα στη γωνιά κι' έδινε ορμήνειες στην υπηρέτρα της, πώς να ζεματήση τες τηγανίτες μην τύχη και το νερό πάη πλειότερο, ή το μέλι λιγώτερο, ή τα καρύδια λειψά, ενώ η οχτάχρονη μοναχαγγονιά της, η πολυχαϊδεμένη Μαριανθούλα, πετούσε σα ζαρκάδι από την κατάστεγνη και φιλόστοργη αγκαλιά της γριάς στα τεψιά, που είχαν μέσα τες τηγανίτες, κι' από τα τεψιά στην αγκαλιά της γριας, και πότε αγκάλιαζε και φιλούσε τη βάβω της, που τη χάιδευε δεκάδιπλο απ' ό τι θα τη χάιδεβε η αγουροθανατισμένη μάννα της, αν ζούσε, κι' ο πατέρας της, αν δεν έλειπε στην ξενιτειά, και πότε τσιμπούσε κανένα καρυδότριμμα ψηλά από τες τηγανίτες, ή κανένα φυλί τηγανίτα. Η γριά όμως, σκρυμπιασμένη από τα χρόνια, καμένη από το Χάρο, γιατί είχε θάψει τόσους και μαζή με τους πολλούς και τη μονάκριβή της νύφη — τη μάνα της Μαριανθούλας, — φαρμακωμένη από την ξενιτειά του μοναχογυιού της, που τον πρόσμενε, μέρα με την μέρα, έλεγε στην άταχτη και ζωηρή Μαριανθούλα με ξαστενεμένη φωνή:
Μη, Μαριανθούλα μου, κάνη'ς ζούρλιες και δεν έρχεται ο πατέρας σου από την Ξενιτειά!
— Τι ζούρλιες κάνω, βάβω μου;
Της απολογιώνταν εκείνη και ρίχνονταν απ' εδώ κι' απ' εκεί.
— Άλλες ζούρλιες; Να που δεν κάθεσαι φρόνιμα!
Της ξανάλεγε η γριά.
Σ' αυτό απάνω ήρθαν τρεις-τέσσερες γυναίκες, από τες πλειο φτωχότερες του χωριού, ζητώντας άλλη μέλι, άλλη καρύδια κι' άλλη αλεύρι για τες τηγανίτες, γιατί πάντα το ανηλιακό της γριάς είταν γεμάτο. Η Γριά σηκώθηκε τότε από τη γωνιά της και τρεκλά — τρεκλά πάη στ' ανηλιακό μαζύ με τες γυναίκες, που ήρθαν, κι' έδωκε της καθεμιανής απ' ό τι ήθελαν κι' αυτές, φεύγοντας για έξω, της έλεγαν τη στερεώτυπη ευχή:
— Σ' πολλά 'τη, Κυραμάννα! Και του χρόνου τέτοια μέρα! Να είσαι πάντα καλά και να καλοδεχτής!…
Η γριά, γυρίζοντας από τ' ανηλιακό αγκουσεμένη, έλεγε μοναχή της:
— Να καλοδεχτώ και να καλοδεχτώ μου λέει πάντα ο κόσμος, κι' ο γυιόκας μ' δεν ηύρε ακόμα δρόμο νάρθη!
Κάθησε πάλι σιμά στη γωνιά γονατιστή και ξακολούθησε να κουβεντιάζη μονάχη της:
— Μωρέ δε με μέλλ' γι' άλλο, παρά μην τα κλείσω και μείνη αυτό το άτυχο στους πέντε δρόμ'ς! Ποιος θα μου το συμμάσ' τότε, λέλεμ'; Ποια θα μου το πλύν'; Ποια θα μου το λούση; Μάννα δεν έχ' τ' άμοιρο εδώ και τόσα χρόνια, να της λείψ' κι' η βάβω; Αλλοίμονο στην τσιουπούλα μ'! Θα μου τη φάγη η αναλλαγιά! Δεν την αγαπώ πλειο τη ζωή, γιατί σύμμασε η ώρα και κατά πώς το λέει κι' ο λόγος:
«Τα μακρυνά μου κόντιναν, τα δυο μου γίγκαν τρία» και καμμιά προκοπή δεν έχω, και καμμιά ευχαρίστηση δε βλέπω πλειο, αλλά μόλα ταύτα ήθελα να ζήσω έξη-εφτά χρόνια ακόμα — αν δεν εύρισκε ως τότε δρόμο ο πατέρας τ'ς ναρθή — για να πάντρευα αυτή τη μαυρότσιουπρα, κι' ύστερα θάνοιγα τα χέρια μου κατά τον ουρανό και θάλεγα:
— «Στείλε θε μ' τον άγγελό σ' να πάρ'ς το πνέμα μ'!»
Η Μαριανθούλα αφηκράζονταν με προσοχή μεγάλη το μονόλογο της γριάς, έχασε στη στιγμή τη ζωηράδα της και τα τρελλά της τα παιγνίδια κι' άρχισε να κλαίη, γυρίζοντας το πρόσωπο της κατά τον τοίχο.
— Να! καημένη κυρά, τι έκαμες τώρα μ' αυτά τα λόγια! Είπε της γριάς η υπηρέτρα.
— Χμ!
— Κλαίει η Μαριανθούλα, με τα λόγια που της είπες…
— Έλα δω, μωρή χαμένη! είπε η γριά στη Μαριανθούλα με τρυφεράδα άρρητη. Μη φοβάσαι, κυρά μου, δεν πεθαίνω εγώ πριν έρθ' ο πατέρας σ', ή πριν παντρέψω εσένα! θα ζήσω ως τότε, κι' ύστερα ας παρουσιαστή ο άγγελος του Κυρίου. Πιστεύω να βρη δρόμο κι' ο πατέρας σ' και να μην πάω με την καρδιά καμένη! Α! Αν πεθάνω, ωρές τσούπρες, χωρίς να ιδώ το παιδί μ', ή χωρίς να παντρέψω εσένα, μοναχούλα μ' και ακριβούλα μ', και να σ' αρματώσω νυφούλα με τα χεράκια μ', να το ξέρετε: Δε θα με φάη το χώμα, και θα με βρήτε άλυωτη, όταν έρθετε να με ξεχωνιάσετε!.
— Τ' είν' αυτά τα κακορρίζικα τα λόγια, πού το πας συγκρατούμενο, καημένη κυρά, είπε πάλε η υπηρέτρα. Σήμερα χρονιάρα μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, δε θα τα λησμονή'ης αυτά, καμμιά φορά;
— Είναι καλά τα νειάτα, ωρές τσιούπρες! Είναι καλά τα έρημα! Τα έρημα τα γεράματα είναι κόλαση. Όταν είμουν νεια, τράβηξα ξενιτειές και ξενιτειές! Πότε πέντε χρόνια, πότε δέκα, και πότε δέκα πέντε με τον μακαρίτ' τον γέροντά μου, χωρίς να μου λείψη ποτέ το δάκρυ από το μάτι, αλλά δεν απελπιζόμουν. Νειάτα τα λεν αυτά! Είχα κορμί γερό, και πολέμαγα τον πόνο. Η Ξενειτειά του παιδιού είναι βαρύτερη· γιατί κι' ο πόνος είναι βαθύτερος και πλατύτερος, και το κορμί αδυνατώτερο … από τα γεράματα:
Και κουνιώντας το κεφάλι ξακολούθησε:
Ωχ! λελέ μ'! Αλλωνών μαννάδων τα παιδιά πάνε κι' έρχονται, και μόνο το δικό μου, που το λεν όλοι προκομμένο στα γράμματα και στους λογαριασμούς, δε βρίσκει δρόμο να φανή!.. Δεν είταν να μην είχε όλες αυτές τες χάρες, και να πάη και νάρχεται κάθε τρία χρόνια; Σ' αυτό εγώ φταίω! Αυτό καλά αγαπούσε τα γίδια και τα πρόβατα, και πήγαινε στα λόγγα και στα λειβάδια με τους πιστικούς αλλά εγώ το τρωγόμουν νύχτα μέρα και του έλεγα:
— «Πιστικός θα γέν'ς, παιδάκι μ', που δεν αγαπάς τα γράμματα; Σύρε ψυχούλα μ' στο σκολειό να μάθ'ς γράμματα και να γέν'ς προκομμένος άνθρωπος!» Στο τέλος που του το πήγαινα συγκρατούμενο «γκιρ-μιρ» μ' άκουσε, άφησε την κλύτσα και την κάππα, τα γίδια και τα πρόβατα, τες ράχες και τα βουνόπλαγα, τους λόγγους και τα λακκώματα μπήκε στο σκολειό, ρίχτηκε με τα μούτρα στα γράμματα, έφυγε, κι' από τότε το βλέπω κάθε δέκα χρόνια! Να είχα κι' άλλα παιδιά, δε θα χόλιαζα τόσο, θα παρηγοριώμουν, αλλά τώχω έν' μοναχό! Να είταν μαύρη ώρα, που τ' ανάγκαζα να μπη στα γράμματα!…
Λέγοντας αυτά τα πικραμένα τα λόγια η πονεμένη μάννα, έβγαλε το μαντήλι της από μέσα από το ζωνάρι της και σφούγγισε τα καταδακρυσμένα τα μάτια της, που είχαν μι' αδιάκοπη κοκκινάδα μέσα, από τ' ανέλλειπα μητρικά δάκρυα. Η Μαριανθούλα τότε πετάχτηκε από τον τοίχο, που στέκονταν, και ρίχτηκε στην αγκαλιά της βάβως της, κι' αφού την αγκάλιασε και τη φίλησε γλυκά, της είπε:
— Μη βαβούλω μου, κλαις και μη λες τέτοια λόγια! Μη λες πως θα πεθάν'ς!… Εγώ δε θέλω να πεθάν'ς!..
Η γριά την έσφιξε στην αγκαλιά της και της είπε:
— Καλά ψυχή μ'! Καλά χαδιάρα μ'! Δεν πεθαίνω. Σου είπα πότε θα πεθάνω. Θα βαστάξω την ψυχή μου στα δόντια, όσο νάρθη ο πατέρας σου, ή αν δεν έρθη, όσο να σε παντρέψω. Δε σ' αφήνω εγώ έρημη! θα σε βάλω σε ίσκιο αντρός κι' ύστερα…
— Εγώ σε θέλω να μη πεθάν'ς..,.
— Αχ! το ξέρω, ψυχή μ', πως το θέλ'ς και το παρα'θέλ'ς, αλλά…. είναι ψηλά μας ένας μεγάλος νοικοκύρης, που μας ορίζει όλους και στέλνει τον άγγελό τ' και μας μαζεύει… Έπειτα, τσιούπρα μ'… εγώ ζω άδικα πλειο. Είμαι πεθαμένη κι' άθαφτη. Μόνο οι δυο πόθοι με συγκρατούν και με βαστούν σε τούτον τον κόσμο. Ο καιρός μ' ήρθε από πολλής. Ούρμασε τ' απίδι και θα πέση κάτω από την απιδιά. Τι; θέλ'ς να ζήσω ογδοήντα, εννενήντα, εκατό χρόνια, να ξωλαλάω, να μη γνωρίζω, να μη βλέπω, και να λέγω την ψείρα μπούμπα; Ο Θεός να μη μ' το χρωστάη! Το καλό μ' είναι να τα κλείσω με τα φρένα μ'!..
Εκείνη τη στιγμή μπήκε μια μαύρη κόττα στο δωμάτιο, σήκωσε τα φτερά της, τα τέντωσε και τα χτύπησε σα να ήθελε να λαλήση. Βλέποντας αυτό το σημάδι η Μαριανθούλα, είπε χαρούμενη στη βάβω της:
— Βάβω! βάβω! Είδες, καλημέρα μ'! τι έκαμε η κόττα; Σήκωσε τα φτερά της και τα χτύπησε, και τεντώθηκε σα να ήθελε τα λαλήσ'!…
— Ε! κι' ύστερα;…. είπε η γριά, σα με θυμό.
— Δεν έλεγες, βαβούλω μ', ότι, όταν κάνουν έτς οι κόττες, έρχεται ο πατέρας μ';
— Το έλεγα, τσιούπρα μ', αλλά το είδα τόσες φορές αυτό το σημάδι, που δεν μου κάν' η καρδιά να το πιστέψω πλειο. Κατά το κοντινό το γράμμα τ' ο πατέρας σ' λέει, ότι θα είναι εδώ πριν από τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα ήρθαν κι' αυτός πούναι τος; Πάη τελείωσε κι' αυτή η μέρα. Πάη, ψυχή μ', κι' αυτή η διορία του πατρός σ' μαζύ με τες πολλές! Τώρα θα μας ρίξη με κανένα άλλο του γράμμα στη μεγάλη Πασκαλιά! Ετς πάμε τώρα τόσα χρόνια: Από πασκαλιά σε πασκαλιά κι' απ' Άη-Γεώργη σ' Άη Δημήτρη!….
— Πού το ξέρ'ς, καημένη κυρά; της είπε η υπηρέτρα. Μπορεί νάρθη κι' απόψε. Η μέρα δε σώθηκε ακόμα!
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκ' ο σήμαντρος της εκκλησιάς, που σήμαινε τον εσπερινό «τσιγγ τσιαγγ… τσιγγ τσιαγγ»
Σηκώθηκε η γριά ορθή κι' είπε στη Μαριανθούλα περίλυπα:
— Να το σήκωμα των φτερών της κόττας! Πάη κι' αυτή η ελπίδα! Το σημάδι έδειχνε τον ερχομό του παπά, πούρθε από το χωριό τ' να μας λειτουργήσ' αύριο..
Ύστερα σηκώθηκε και πάη μπροστά στο εικονοστάσι, σταυροκοπήθηκε, σκύβοντας σε κάθε σταυροκόπημα το γέρικο κορμί της, σα χοντρόκορμη βαλανιδιά, που την κλονίζει η δύναμη του βοριά, κι' αφού τελείωσαν τα σταυροκοπήματα έβαλε ένα σκαμνί μπροστά στο εικονοστάσι, ανέβηκε ψηλά με τρεμάμενα ποδάρια, ξεκρέμασε τη σβυστή καντήλα, την κατέβασε ανάγαλια-ανάγαλια, την έχυσε στο βάθος της στιας, την έπλυνε με στάχτη, την γέμισε πάλε με καθαρό νερό και την έδωκε της Μαριανθούλας να την κρατάη, έβγαλε από ένα ξύλινο κουτί καινούριον αφαλό, πέρασε το φυτήλι στον αφαλό, έρριξε στην καντήλα καθαροκάθαρο λάδι, άναψε το φυτήλι, απόθηκε τον αφαλό αναμμένο μέσα στο πλεούμενο λάδι και κρατώντας την αστραφτερή καντήλα με τρεμάμενο χέρι, ξαναπάη στο σκαμνί, ανέβηκε πάλε ψηλά και την κρέμασε μ' ευλάβεια μπροστά ατό εικόνισμα· ξανακατέβηκε με προσοχή ανασκήρησε το σκαμνί, ξανασταυροκοπήθηκε κι' άρχισε να πέφτη στα γόνατα και να κάμη μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Μάννας του Θεού, που κρατούσε στην τρυφερή της αγκαλιά το Παιδάκι της, χαρούμενη που τούχε μπροστά της. Τι πέλαγο θλίψης χτυπούσε μέσα στα κατάστεγνα στήθια της γριάς.
Το παράδειγμα της Γριάς μιμήθηκαν κι' η Μαριανθούλα με την υπηρέτρα, και για κάμποση ώρα όλη εκείνη η χριστιανικώτατη τριάδα προσεύχονταν μπροστά στους εφέστιους θεούς της, ενώ η φωτόλουστη καντήλα πήγαινε πέρα-δώθε ακόμα μπροστά στες εικόνες, που είταν ζωγραφισμένες σ' ένα παμπάλαιο τριμόρφι, και μαζύ με την καντήλα πήγαιναν πέρα-δώθε κι' οι αργυρόχρυσες αχτίδες της κι' έδιναν μιαν άγια όψη παρεκκλησιού σ' εκείνη τη χριστιανική κατοικία.
Είχε θολώσει στα καλά πλειο. Οι αγέλες του χωριού συμμαζεύονταν από τους κάμπους στα κατώγια των σπιτιών ή στες καλύβες, κι' ακούονταν τα μουγκρητά των βωδιών. Τα σπιτιάρικα τα γίδια έμπαιναν στες πλατύχωρες αυλές, λαλώντας τα κυπριά τους «γλαν-γλαν», κάθε σπιτιού κοπή χωριστά, γνωρίζοντας το κατοικειό της.
Η Μαριανθούλα, η μοσχαναθρεμμένη μοναχαγγονιά της γριάς, άμα ήκουσε τα κυπριά των γιδιών, που έμπαιναν στην αυλή του σπιτιού, έτρεξε σαν αστραπή, κατεβαίνοντας τες σκάλες, κι' ανακατεύτηκε με το καλοβοσκημένο κοπάδι, για να ιδή τα νιογέννητα κατσικάκια, που είχαν γεννηθή εκείνη την ημέρα στο λόγγο, κι' ενώ το πιστικόπουλο απολούσε τ' άλλα τα κατσίκια από τον τσάρκο, για να βυζάξουν τα καημένα, αυτή άρπαξε ένα-ένα τα τρία νιογέννητα κατσικάκια και τα κουβάλησε ψηλά στη βάβω της, με γέλοια και με χαρές, για να ιδή κι' εκείνη και να χαρή.
— Να τα! βάβω μ', της είπε, τα κατσικάκια μας! Δεν σου τώλεγα εγώ σήμερα, ότι θα γεννήσ' η Νιάγγρα η σκουλαρικάτη, η Γκιώσσα η πρωτόγεννη κι' η Κανούτα η κουτσοκέρατη; Να! αυτό το παρδαλό είναι της Κανούτας, το μπάλλιο είναι της Νιάγγρας, και τούτο το μετσένιο της Γκιώσσας. Τα καημένα! Τι ώμορφα που είναι! Είναι και τα τρία θηλυκά, καλημέρα μας!
Αλλ' ενώ η Μαριανθούλα με τη γριά χαίρονταν τα νιογέννητα κατσικάκια, που αυγατούσαν τη σπιτιάρική τους τη στάνη, οι τρεις γίδες, η Νιάγγρα η σκουλαρικάτη, η Γκιώσσα η πρωτόγεννη, κι' η Κανούτα η κουτσοκέρατη, ανέβηκαν τη σκάλα και μπήκαν μέσα στο δωμάτιο. Η γριά, ακούοντας τον ποδοβολητό, νόμισε ότι είταν ο παπάς και προσηκώθηκε λέγοντας:
— Κόπιασε, Δέσποτα μ', στην κορφή…
Στο προσκάλεσμα της γριάς οι τρεις γίδες αποκρίθηκαν μ' ένα μακρύ «μεκεκεεέ, » η καθεμιά γυρεύοντας το παιδί της. Η Μαριανθούλα με την υπηρέτρα άρχισαν να ξεκαρδίζωνται στα γέλοια, κι' η Γριά τους είπε με παράπονο:
— Γελάτε με! Γελάτε με! παλιότσουπρες! Εγώ δε θα ξαναγυρίσω αυτού που είστε σεις, αλλά σεις — ζωή νάχετε — θαρθήτε εδώ που είμαι εγώ!…
Οι τσιούπρες όμως δεν έπαβαν τα γέλοια, ως που ανέβηκε τη σκάλα στα σωστά ο παπάς, και μπήκε στο δωμάτιο, κι' έτσι θέλοντας και μη, αναγκάστηκαν να λουφάξουν, και να παν να του φιλήσουν το χέρι, μιμώντας τη γριά, που πρώτη-πρώτη έτρεξε να του το φιλήση.
Ο παπάς, αφού πρώτα έβγαλε στην άκρη της θύρας τα κουντούρια του, κάθισε φαρδύς-πλατύς σταυροπόδι δίπλα στην ωμορφοκαμωμένη φωτιά, που έκαιε σα φούρνος, κι' έπεφταν λαχταριστά από τ' αναμμένα τα κούτσουρα μεγάλα κάρβουνα φλογιασμένα. Αντίκρυ του παπά, από την άλλη την κορφή, κάθησε η γριά και δίπλα στη γριά η Μαριάνθη έχοντας τα τρία τα κατσίκια στην ποδιά της, κι' αυτά μούλοναν ήσυχα-ήσυχα μέσα εκεί, από τη γλύκα της φωτιάς. Δίπλα στη Μαριάνθη κάθονταν οι τρεις γιδομάννες, μασσώντας κριθάρι, που τους είχαν βάλει μέσα σ' ένα γκριμπούρι, για μεγαλύτερη περιποίηση, και για να κατεβάσουνε πλειότερο γάλα. Η υπηρέτρα άναψε την λάμπα και την κρέμασε στον τοίχο, κι' έτσι έφεγγε πλειότερο το δωμάτιο, που ως τότε φωτίζονταν μόνον από το γλυκό και ήμερο φως της καντήλας του εικονοστασίου.
Ο παπάς ιδόντας τα κατσικάκια και τες γίδες, είπε:
— Α!.. βλέπω απόψε, Μαριανθούλα, έχετε και φιλινιάδες!
— Έχομε για! Σήμερα γεννήθηκαν τούτα τα μικρουλάκια…
— Ε! τα καημένα ξανάειπε ο παπάς, τι ώμορφα και τι μεγάλα και
πρόθυμα που είναι!
— Φτύσ' τα, παπά μ', του είπε η Μαριανθούλα, για να μη μας τα φας
με το μάτι…
— Φτου! Φτου! να μη μας βασκαθούν!
Έφτυσε κι' είπε ο παπάς, αλλά της γριάς της κακοφάνηκε, που του είπε έτσι η Μαριανθούλα, και της είπε χαμηλά, για να μη τ' ακούση εκείνος:
— Αχ! στρίγλα! Αχ! γουρούνα! Ποιόν ορμηνεύω εγώ; Έτσι λεν του παπά;…
Η Μαριανθούλα χαμήλωσε τα μεγάλα και μαύρα της μάτια από την εντροπή της κι' ο παπάς, για να της κάνη την καρδιά, είπε στη γριά:
— Το μάτι είναι κακό. Έχει κακή έλξη. Κάνει κανείς μ' αυτό το κακό, χωρίς να το καταλαβαίνη και χωρίς να το θέλη. Έτσι ικανοποιήθηκε η Μαριανθούλα, σήκωσε το πρόσωπό της το πεντάμοφο και χάηδεψε τα κατσικάκια, που μούλοναν μέσα στην αγκαλιά της, σαν πουλλάκια στη φωλιά.
Η γριά τότε είπε διαταχτικά στη Μαριάνθη και στην υπηρέτρα:
— Σκωθήτε τσιούπρες μ'! Πάρτε τες γίδες και τα κατσίκια και σύρτε και κλείστε τες στην αχυροκαλύβα, γιατί απόψε είναι κακοκαιρία, θα μαζευτούν πολύ τα γίδια στο μαντρί και θα τσαλαπατήσ'ν τα μικρά. Πέτε και του πιτσικόπουλου ταπόδειπνο να μάσ' τάλλα τα κατσίκια, στον τσάρκο, χωρίς ναφήση κανένα όξω και να τον κλείση καλά..
Η υπηρέτρα με τη Μαριάνθη βγήκαν από το δωμάτιο με τες γίδες και με τα κατσίκια, κι' η γριά σηκώθηκε, πήγε στο ντουλάπι, πήρε το μισοκάρικο το παγούρι, που είταν γεμάτο ρακί, και τώδωκε στον παπά, κατέβασε και το κανίστρι με τα καφοκούτια από τ' αράφι κι' όσο να φκιάση τον καφέ για τον παπά, με το ζεστό το νερό, που είταν παραστιάς έτοιμο στο χαλκούτσι, γύρισαν από τη δουλειά η Μαριάνθη με την υπηρέτρα και κάθησαν κι' αυτές γύρα στη φωτιά.
— Σ' υγεία, κυρά! Να καλοδεχτής! Και χρόνους πολλούς σαν αύριο…
είπε ο παπάς και τράβησε την πρώτη ρουφησιά.
— Ευχαριστώ, δέσποτα μ', είπε η γριά ξέκαρδα, καλή ιερωσύνη και
καλόν παράδεισο…
Ο παπάς, μη γνωρίζοντας, πού ναποδώση τη στενοχώρια της γριάς, τη ρώτησε:
— Τ' έπαθες κι' είσαι έτσι χολιασμένη;
— Τι να μην είμαι, παπά μου! του απολογήθηκε η γριά. Το ξέρ'ς. Έχω τόσον καιρό, που καρτεράω κι' ακόμα ο γυιός μου δεν ηύρε δρόμο! Γριά γυναίκα είμαι. Πού ξέρω τι μου ξημερόν';
Και λέγοντας αυτά έρριξε τα μάτια δακρυσμένα ψηλά στη Μαριανθούλα, για να δώση του παπά να νοιώση πλειότερα.
— Δεν έλαβες άλλο γράμμα; Τη ρώτησε πάλι ο παπάς, από κείνο που σου έχω διαβάσει εδώ κι' ένα μήνα;
— Δεν έλαβα άλλο…
— Τότε θα πη πως μπορεί ναρθή αυτές τες ημέρες..
— Πούν' τος, παπά μ'! Αφού δεν ήρθε ως ταπόψε, κόπησαν οι ελπίδες μ'!…
Α! κυρά! Μη στενοχωριέσαι έτσι! Δρόμος είν' αυτός! Θάλασσες, ποτάμια, βροχές χιόνια…
Η καημένη η γριά δεν μπόρεσε ν' απαντήση άλλο, αλλ' ακούμπησε τες πλάτες της στον τοίχο κι' αφαιρέθηκε μονάχη της.
Ο παπάς, μη θέλοντας ν' ανακατέψη πλειότερο τη χολή της καρδιάς της, ακούμπησε κι' αυτός στο προσκέφαλο κι' άρχιζε να παίζη το κομπολόγι του «τικ-τακ, τικ-τακ… » κ' η Μαριανθούλα έγειρε στην αγκαλιά της γριάς με τα μαγουλα κατακόκκινα από την επιρροή της μεγάλης φωτιάς.
Βάβω κι' αγγονιά, ενωμένες με την απεριόριστη αγάπη, που ενώνει τες βάβες προς τ' αγγόνια, και τ' αγγόνια προς τες βάβες, μ' ένα άγουρο μνήμα, που είχεν ανοιχτή στη μαύρη γη, και μια ψυχή, που περίμεναν και οι δύο μ' ανυπομονησία από την Ξενιτειά, καθισμένες εκεί παραστιάς η μια κοντά στην άλλη, σαν ονειροφάνταχτη συνέχεια της δημιουργίας της ανθρωπότητας, σχημάτιζαν ένα από τα πλειο συγκινητικά και τα πλειο ώμορφα συμπλέγματα, που μπορούσε να πλάση η φαντασία ενός καλού ζωγράφου.
Γέρικη και κουφαλιασμένη βαλανιδιά η βάβω, μ' ένα σωρό ξηρά κλωνάργια: έτοιμη να ξεραθή και να πέση σύρριζα κατά γης για να τη φάη η σαπήλα και να χαθή, κρουσταλένια κι' αργυρογάργαρη βρυσούλα η αγγονιά στη ρίζα της βελανιδιάς που έδινε, με το νάμα της, ζωή και την έκανε να βγάζη φύλλα… Χωρίς τη βαλανιδιά ασκήμιζε κ' αγιάζονταν η αργυρογάργαρη βρυσούλα, αλλά και χωρίς τη βρυσούλα, στέγνονε και χάνονταν η γέρικη βαλανιδιά. Βάβω κι' αγγονιά είταν δυο πράγματα στον κόσμο, που το ένα είχε τόσο την ανάγκη τ' αλλουνού, που δε μπορούσε να ζήση το ένα χωρίς το άλλο!
Αχ! δόσε, Θε μου! νερό στην κρουσταλλένια κι' αργυρογάργαρη βρυσούλα να ποτίζη τη γέρικη και κουφαλιασμένη βαλανιδιά! Αχ! δόσε Θε μ', δύναμη στη γέρικη και κουφαλιασμένη βαλανιδιά να ισκιόνη, να προστατεύη και να ομορφαίνη τη βρυσούλα την αργυρογάργαρη και κρουσταλλένια!
Άξαφνα ξεπετιέται η γριά, σα να την είχε ξυπνήσει τρομαχτικό όνειρο, και λέει στη Μαριανθούλα:
— Σήκου, κυρά μ', καλή μέρα σ', και βάλε τραπέζι να φάμε, γιατί θα ξυπνήσωμε πολύ ταχυά αύριο, για να πάμε στην εκκλησιά!…
Στη διαταγή της γριας η Μαριανθούλα κι' η υπηρέτρα κινήθηκαν. Στρώθηκε το τραπέζι, κάθησαν όλοι γύρα-γύρα, βλόγησε ο παπάς, σταυροκοπήθησαν, άρχισαν να τρώνε, απόφαγαν, ξαναβλόγησε ο παπάς, ξανασταυροκοπήθηκαν, κι' έτσι σηκώθηκε το στρογγυλό τραπέζι από τη μέση και σκούπισε η Μαριανθούλα τα τρίμματα από καταγής, για να μη πατηθούν και γείνη αμαρτία. Ύστερα από όλα αυτά, ο παπάς καλονύχτησε τη γριά και τράβηξε για το δωμάτιο, που πήγαινε πάντα ταχτικά και κοιμώνταν, κάθε φορά, που έρχονταν από το χωριό του, για να λειτουργήση. Η γριά κατέβηκε τότε να κοιμηθή με τη Μαριανθούλα της στο ζεστό μαντζάτο, κι' η υπηρέτρα, μένοντας μοναχή της, ξαδέρφωσε τα δαυλιά της φωτιάς, σκέπασε την αθράκα με κρύα στάχτη, για να βαστάξουν τα κάρβουνα αναμμένα ως το πρωί, και να μην έχουν άκρα στο σπίτι τα ισκιώματα, τα φαντάσματα, οι πειρασμοί, οι δαιμόνοι οι κατσικοποδαραίοι κι' οι καληκαντζάροι, πήρε το προσκέφαλό της και το σάγισμά της κι' έγειρε παραστιάς να κοιμηθή.
Ενώ από μια μεριά ο παπάς στο δωμάτιο του, κι' από άλλη η υπηρέτρα στην τραπεζαρία, έπαιρναν το πρωτοΰπνι, η γριά με τη Μαριανθούλα δεν είχαν πλαγιάση ακόμα. Έκαναν μετάνοιες και σταυρούς και παρακαλούσαν μυστικά Παναγιά και το Χριστό, να τους φέρουν από την Ξενιτειά της μιανής τον γυιό της και της αλληνής τον πατέρα της και μόνον όταν κόπησαν από την κούραση, μπήκαν κάτω από την φλοκωτή την τσέργα, για να κοιμηθούν η μια στην αγκαλιά της αλληνής. Κοιμήθηκε στη στιγμή η Μαριανθούλα με τη γλυκειά ιδέα, πως το πρωί, άμα θα έρθ' από την εκκλησιά, θάτρωγε γκουλιάστρα, αυγά, τυρί, μανέστρα, και κόττα δύο λογιών: βραστή και ψητή, αλλ' η καημένη η γριά δε μπορούσε να κλείση μάτι. Ο νους της πετούσε μακρυά, σαν πουλλί, κι' έφευγε με γληγοράδα αστραπής, και πήγαινε στην Ξενιτειά τη Χρυσόσπαρτη, για να βρη το παιδί της, που το καρτερούσε τόσα χρόνια με τα δάκρυα στα μάτια, και με τη ψυχή στα δόντια, έτοιμη να φτερουγήση. Η νύχτα προχωρούσε συννεφιασμένη και κατάμαυρη με τα σκοτάδια της, με τα ισκιώματά της, με τα φαντάσματά της, με τους πειρασμούς της, με τους δαιμόνους της, με τους κατσιποδιαραίους της, με τους καληκαντζάρους της, με τους βρυκολάκκους της, με τα στοιχειά της, με τα σκοτεινά της τα μυστήρια, με τον άγριο τον άνεμό της, που βογγούσε ψηλά στες στέγες, σαν ψυχή κολασμένου γίγαντα, και με τα τρομαχτικά γαυγίσματα των σκυλλιών, μέσα στους αυλόγυρους, ή όξω στους δρόμους, κι' η Μαριανθούλα κοιμώνταν βαρυά-βαρυά, σαν όλα τα παιδάκια, στην αγκαλιά τη γλυκύτατη της βάβως της, κι' έπλεε σ' ευχισμένα παιδικά όνειρα, αλλ' η καημένη η γριά ξαγρυπνούσε, μη μπορώντας να κλείση μάτι, και για να χαλινώση τον νου της και να τον γυρίση πίσω από την Ξενιτειά, που πλανιώνταν, σαν το έρημο πουλλί, τον έστρεφε πίσω, πολύ πίσω στον καιρόν που είταν νύφη ακόμα, και γεννούσε το πολυαγαπημένο της και το μονάκριβο της το παιδί. Θυμώνταν πως το βύζανε, όταν είταν μικρό, θυμώνταν πώς το κουνούσε στη σαρμανίτσα και πώς το νανούριζε με ώμορφα και με αγκαιροφκιασμένα τραγουδάκια, θυμώνταν πώς το ζαλόνονταν, όταν πήγαινε στ' αμπέλι, στο θέρο, στο σκάλο, στα μαντριά.., θυμώνταν πώς το είχε τάξει στη Μεγαλόχαρη, όταν της είχε αρρωστήση βαρυά μια φορά, θυμώνταν όταν τώστελνε στο σκολειό. Θυμώνταν όταν το ξεκίνησε γαμπρό με δυνατό ψίκι, θυμώνταν όταν το πρωτοξεκίνησε για την Ξενιτειά την έρημη και τη φλογισμένη.
Τα θυμώνταν όλα, όλα. Όλη η ζωή του καθρεφτίζονταν μέσα στη μνήμη της καημένης της μάννας σαν πως καθρεφτίζονται μέσα στα κατάργυρα νερά της λίμνης τα βουνά κι' οι ράχες, που στέκονται ολόγυρά της.
Ενώ η γριά πάλευε κατ' αυτόν τον τρόπο με τες αναμνήσες της και τον μητρικό της τον πόνο, κι' ο ύπνος πετούσε μακρυά από τα μάτια της, και προχωρούσε η συννεφιασμένη και κατάμαυρη νύχτα με τα σκοτάδια της, με τα ισκιώματά της, με τα φαντάσματά της, με τους πειρασμούς της, με τους δαιμόνους της, με τους κατσιποδαραίους της, με τους καληκαντζάρους της, με τους βρυκολάκους της, με τα στοιχειά της, με τα σκοτεινά της τα μυστήρια, με τον άγριο τον άνεμό της, που βογγούσε ψηλά στες στέγες, σαν ψυχή κολασμένου γίγαντα, και με τα τρομαχτικά γαυγίσματα των σκυλλιών, μέσα στους αυλόγυρους ή όξω στους δρόμους και κοιμώνταν η Μαριανθούλα βαρυά-βαρυά, σαν όλα τα παιδάκια στην αγκαλιά τη γλυκύτατη της βάβως της, σαν αρνάδα στον προσήλιο…..
— « Κικιρίκουουουου» λάλησε μέσα από το κοττέτσι ο μεγάλος ο πετεινός του σπιτιού, «Κικιρίκουουουου..!» λάλησαν κι' οι άλλοι οι μικρότεροι «Κικιρίκουουουου!» φώναξαν κι' οι πετεινοί της γειτονιάς κι' όλου του χωριού.
Ο παπάς ξεπετάχτηκε αμέσως από τη στρώση του, τράβησε ένα σπίρτο στον τοίχο, άναψε ένα κηρί, που έβγαλε από τον κόρφο του, βγήκε όξω στο πεζούλι της κρεβάτας, μουρμουρίζοντας κάτι προσευχές, νίφτηκε, χτενίστηκε με μια αριά τσατσάρα κι' ύστερα πήρε το ραβδί του, κατέβηκε τη σκάλα και φτάνοντας όξω από τα μαντζάτα φώναξε:
— Κυρά! Κυρά!
— Όρσε, παπά!
Απολογήθηκε η γριά και πετάχτηκε ορθή.
— Δος μου το πρόσφορο κι' τ' άναμα, ευλογημένη! της είπε.
Η γριά, πασπατεύοντας στα σκοτεινά, πήρε την προσφορά, και τ' ανάμα, που τα είχε μαζύ στη σκαλοφρύδα, έβγαλε και τρεις κόκκινες λαμπάδες μέσα από μια κασσέλα κι' ανοίγοντας τη θύρα του δωματίου της, του τάδωκε όλα του παπά, ρωτώντας:
— Κάνει, δέσποτα μ', να κοινωνήσω, που δεν κοιμήθηκα καθόλου απόψε;
— Κάνει, ευλογημένη, κάνει, της είπε ο παπάς. Αλλά τι δουλειά
είχες, που δεν κοιμήθηκες;
— Δεν είχα καμμιά δουλειά, δέσποτα μ', αλλά μ' έτρωγε η συλλογή και
δε μπορούσα να κοιμηθώ…
Έφυγε ο παπάς και σε λίγο ακούστηκε ο σήμαντρος της εκκλησιάς. Η γριά ξύπνησε την υπηρέτρα και το πιστικούδι και διέταξε ν' ανάψουν τη φωτιά για ν' ανεβή απάνω με την τσιούπρα και να περιμείνουν εκεί ως το δεύτερο το σήμαντρο. Το πιτσικόπουλο πήγε ξύλα από την αυλή, η υπηρέτρα άναψε τη φωτιά, έχοντας ως προσάναμμα τ' αποδαύλια και η γριά άρχισε να φωνάζη της τσιούπρας να ξυπνήση. Η Μαριανθούλα κοιμώνταν βαρυά-βαρυά, σαν όλα τα μικρόπαιδα και δεν ξυπνούσε εύκολα.
— Ξύπνα, Μαριανθούλα μ'! Φώναζε η γριά. Ξύπνα και μας καρτεράει ο παπάς στην εκκλησιά, να μας δώση πασκαλίτσα, και να γυρίσωμε γλήγορα να φάμε γκουλιάστρα, γάλα, αυγά, τυρί, κόττες και τηγανίτες, που φάσκιονε η Κυρά μας η Παναγιά το Παιδάκι της το Χριστό, όταν είταν κι' αυτός μικρός. Σήκου, Μαριανθούλα μ', και μας περιμένει ο παπάς! Σήκου να πάμε γλήγορα! Σήκου, καμάρι μου! Σήκου, για να γυρίσωμε γλήγορα και να φάμε γαλατάκι από τες γιδούλες μας!
Με τα πολλά ξύπνησε η τσούπρα. Άνοιξε τα μάτια της και κύτταξε κακιωμένα τη βάβω της, δακρύζοντας και λέγοντας:
— Αχ! μωρή βάβω, και συ τι μώκανες! Αχ! τι μώκαμες, παλιοβάβω! Αχ!
τι μώκανες!
— Τι σώκανα, ψυχή μ'; Τι σώκανα, καρδούλα μ'! τη ρώτησε με
τρυφεράδα η γριά.
— Πώς τι μώκανες; Εγώ έγλεπα στον ύπνο τον πατερούλη μ', κι' εκεί που τον αγκάλιαζα και τον φιλούσα, με ξύπνησες εσύ! Γιατί να με ξυπνήσης, καημένη βάβω; Αχ! η καημένη, πώς έχασα τον πατέρα μ' μες από την αγκαλιά μ'! Αχ! γιατί να μη τον αγκαλιάσω πολύ σφιχτά, για να μη μου φύγη, και να ξυπνήσωμε μαζύ! Αχ! τι ώμορφος, που είταν ο πατερούλης μ'! Ψηλός, ασπροκόκκινος, μαυρομμάτης, μαυροφρύδης και μαυρομούστακος. Άγγελος γραμμένος, βαβούλα μ'! Τι πατέρα ώμορφον έχω η καημένη και δεν το γνώριζα ως τα τώρα!
Η γριά, ακούοντας τα λόγια της αγγονιάς της, άρχισε να σταυροκοπιέται, ενώ τα δάκρυα της ανέβαιναν από την καρδιά στα μάτια, η τσιούπρα στέκονταν κακιωμένη, κι' η υπηρέτρα έφερε τα μπρικολίγενα να νιφτούν. Νίφτηκε η γριά νίφτηκε κι' η τσιούπρα, κι' αφού σφουγγίστηκαν, ανέβηκαν στην τραπεζαρία, κάθησαν στην παραστιά, κι' άπλωσαν τα χέρια κατά τη φωτιά για να πυρωθούν, κι' έμειναν έτσι κοντά στη φωτιά, ως που χτύπησε κι' ο δεύτερος ο σήμαντρος.
Τότε η γριά, η Μαριανθούλα κι' η υπηρέτρα ξεκίνησαν για την εκκλησιά, αφού έκλεισαν την εξώθυρα. Το πιστικούδι πήγαινε μπροστά, κρατώντας στο δεξί του χέρι μια μεγάλη δαύλα αναμμένη και την έσερνε πέρα δώθε για να φέγγη τον δρόμο, γιατί τ' ανεμοσούρι δεν άφινε ούτε λαμπάδα, ούτε δαδί αναμμένο. Κατ' αυτόν τον τρόπο πήγαινε στην εκκλησιά κι' όλο τ' άλλο Χωριό. Κάθε φαμίλλια έβανε μπροστά έναν άντρα, ή μια γυναίκα, μένα δαυλί στο χέρι και τραβούσε για την εκκλησιά. Το είδος αυτό του πηγαιμού στην εκκλησιά, κάθε φορά, που γίνεται η λειτουργία πολύ νύχτα, δίνει μια καταχθόνια όψη στο χωριό, όψη, που εξυψόνεται σε πραγματική σκηνή του Άδη, από το σκοτάδι, από τες άφλογες λάμψες των δαυλιών κι' από τα φοβερά κι' ακατάπαυτα γαυγίσματα των σκυλλιών, που δεν είναι συνηθισμένα να βλέπουν συχνά τέτοιο θέαμα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα από τη στιγμή, που βάρεσε ο δεύτερος ο σήμαντρος κι' η εκκλησιά αγκάλιασε με τους τέσσερους τοίχους της όλον τον κόσμο του χωριού. Άντρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά, όσες ψυχές βρίσκονταν στο χωριό, εξόν μία λεχώνα κι' ένα βρέφος αβάφτιστο ακόμα, είταν συμμαζωμένοι μέσα στην ταπεινή εκκλησούλα κι' ακουρμαίνονταν με κατάνυξη το χαρμόσυνο τροπάρι: «Η γ έ ν ν η σ η σ ο υ Χ ρ ι σ τ έ ο Θ ε ό ς… »
Είπε ο παππάς τα γράμματα, τέλειωσε η λειτουργιά κι' άρχισεν ο κόσμος να μεταλαβαίνουν από τη μια μεριά, κι' από την άλλη να παίρνουν αντίδωρο από το δίσκο, που τον κρατούσε ένα από τα λίγα παιδιά του χωριού, που έκαναν τον αναγνώστη της εκκλησιάς. Πρώτη- πρώτη μετάλαβε η γριά με τη φαμίλλια της, αυτή πήρε πρώτη αντίδωρο κι' αυτή βγήκε πρώτη από την εκκλησιά και τράβησε για το σπίτι της, γιατί είταν η πρώτη του χωριού και κανένας άλλος δε μπορούσε να της πατήση αυτό το δικαίωμα. Άμα μπήκε στο σπίτι η γριά με τη φαμίλλια της, η υπηρέτρα άναψε τη λάμπα και τη φωτιά, ανασκήρησε το ένα και το άλλο μες από το δωμάτιο, έβαλε το τραπέζι κι' απόθεκε ψηλά το τεψί με τες μελοποτισμένες τηγανίτες. Η γριά έβαλε τότε στην πυροστιά τη χύτρα, γεμάτη ζωμί τετράπαχης όρνιθας, που είταν καταντεμένη από την άλλη την ημέρα, θέλοντας να φκιάση τη μανέστρα, όσο νάρθη ο παπάς από την εκκλησιά, το πιστικόπουλο έφερε μια μεγάλη λίμπα γεμάτη γάλα κι' άλλη μια μικρότερη γεμάτη κουλάστρα, που είχε αρμέξει εκείνη τη στιγμή από τες γίδες, τες απόθεκε και τες δύο στη γωνιά, για να χύσουν και το ένα και το άλλο γάλα, σε ιδιαίτερα αγγειά να βράσουν, κ' η Μαριανθούλα άπλωνε το χέρι της σ' έναν ταβά, που είχε μέσα μια κόττα ψημένη στη γάστρα, για να τσιμπήση κάτι τι από μέσα, γιατί είχε αποθυμήσει την αρτυμή ένα σαραντάημερο, αλλά το άγρυπνο μάτι της γριάς την είδε και:
— Μη, βλαστάρα μ', της είπε. Μην είσαι λαίμαργη! Να έφτασε ο παπάς να μας βλογήση το τραπέζι. Γιατί, ψυχούλα μ', να φας αβλόγητο φαγί, αφού μπορείς να καρτερέσης λίγο ακόμα, και να το φας βλογημένο!
— Δεν μπορώ, βάβω μ', να βαστάξω πλειότερο!
— Περίμενε και λίγο ακόμα! Σαράντα μέρες βάσταξες και μια στιγμή δε βαστάς; Ο παπάς σε λίγο θα είναι εδώ!
Η Μαριανθούλα, θέλοντας και μη, τραβήχτηκε, και για να μη σκανταλίζεται βγήκε όξω στο πεζούλι της κρεβάτας, περιμένοντας τον παπά να φανή στην αυλή. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα κι' ήρθε ο παπάς, και κάθησε στην κορφή της στιας, κι' αφού τράβησε μια γερή ρακή με το παγούρι, κι' έπιε και τον καφέ, που του είχεν έτοιμο η γριά, και κύκλωσαν όλοι το καταφορτωμένο το τραπέζι από χριστουγεννιάτικα φαγητά, έβαλε το βλογητό: «Χριστέ ο Θεός ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν.» αλλά πριν τελειώση το βλογητό του, «μπουμ» ακούστηκε μια ντουφεκιά στην εξώθυρα. «Μπουμ!» κι' άλλη μια. Αντραλλεύτηκαν τα σκυλλιά. Πετάχτηκαν όλοι ορθοί και σωρό-κουβάρι κατέβηκαν τη σκάλα και βγήκαν στην αυλή.
— Ψυχούλα μ', παιδάκι μ'! φώναξε η γριά με ψυχόπονο. Δόξα σοι ο Θεός πούρθες γερός και καλά!
— Ψυχούλα μ', πατερούλη μ'! φώναξε κ' η Μαριανθούλα. Καλώς ώρισες!
Κατέβηκε ο ξενιτεμένος, ο γυιός της γριάς κι' ο πατέρας της τσιούπρας, από τ' άλογό του, και μάνα και παιδί, πατέρας και τσιούπρα και βάβω κι' αγγονιά, εγειναν κι' οι τρεις ένα δυσκολοχώριστο σύμπλεγμα αγάπης και πόνου, χαράς κι' ευφροσύνης. Η υπηρέτρα με το πιστικόπουλο τράβησαν το κατακουρασμένο τάλογο, στο κατώγι να το ξεφορτώσουν και να το σηλαρώσουν, ενώ οι τρεις οι καλοκαρδισμένοι ανέβηκαν τη σκάλα μαζύ με τον παπά, και μπήκαν στο δωμάτιο, που είταν το τραπέζι στρωμένο. Οι γάτες είχαν στήσει πανυγήρι από τη στιγμή, που, πέφτοντας οι ντουφεκιές, πετάχτηκαν οι άνθρωποι όξω. Είχαν φάγει όλο το γάλα, και τη στιγμή, που έμπαιναν οι νοικοκυραίοι στο δωμάτιο, ξέσκιζαν τη βραστή την κόττα, την τετράπαχη! Δεν είχαν λάβει ακόμα καιρό να γγίξουν την κόττα, που είταν στον ταβά, τη μανέστρα, που είταν στη σουπιέρα, και το τεψί με τες τηγανίτες. Σπολλάτη!
— «Τσιτ! τσιτ!» καταραμένες! — φώναξε ο παπάς για να τες διώξη, η γριά όμως, που σ' άλλη περίσταση θα είταν ικανή να τες σκοτώση, δε θύμωσε καθόλου, αλλά είπε:
— Άφς τες, παπά μ'! Ζώα είναι. Έχ'ν κι' αυτές δίκιο σήμερα να κάν'ν πασκαλιά.
Κάθησαν τότε γύρα στο τραπέζι, ο παπάς ξαναβλόγησε κι' άρχισαν να τρώνε. Μόνον η γριά με τη Μαριανθούλα δεν έτρωγαν μ' όρεξη. Η χαρά τους την είχε κόψει.
Πριν σηκωθή το τραπέζι ακόμα, ο παπάς είπε στη γριά:
— Ε! τώρα, κυρά, ετοιμάσου να πεθάνης, όπως έλεγες, γιατί απόλαψες ό τι ποθούσες!
— Τι λες, δέσποτα μ'; Τι κουβεντιάζεις; Αμ τώρα θέλω να ζήσω και να χαρώ! Ε ζωή είναι γλυκή όταν αδερφώνεται με τη χαρά. Ο πόθος συγκρατάει τη ζωή μας κι' η λύπη τη σβυεί. Τώρα θέλω να ζήσω να παντρέψω τη Μαριανθούλα μ', να τη νυφοστολίσω με τα χεράκια μ', να ιδώ κι' ένα-δυο δίγγονα, που λέει ο λόγος, κι' ύστερα ας παρουσιαστή ο άγγελος να του παραδώσω την παρακαταθήκη, που μου έβαλε ο Θεός. Και τι κατάλαβα, από τη ζωή, αν δε ζήσω τώρα;
Ύστερα απ' αυτά τα λόγια σήκωσε το ποτήρι, που είταν γεμάτο κρασί, έκανε το σταυρό της και τώπιε ως τον πάτο, λέγοντας:

— Δόξα σοι Θεέ μου! Σ' ευχαριστώ! Καλώς ώρισες, παιδί μ'!

Χ. Χρηστοβασίλης, Διηγήματα της ξενιτιάς