Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας !

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας !
Με Υγεία, Αγάπη και Εργασία !

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

9 Δεκεμβρίου 2017

Η ξύλινη Παναγιά-Χριστουγεννιάτικο !

Η ξύλινη Παναγιά 


ι χωρικοί απόμειναν ασάλευτοι. Αυτός ο ήχος τούς θύμιζε κάτι ξεχωριστό, μα κανένας δεν μπορούσε να πει τι.
Όχι, δεν ήταν ο ήσυχος χτύπος της καμπάνας, πού καλούσε τους ανθρώπους για τη Χριστουγεννιάτικη λειτουργία. Ήταν ένα κάλεσμα σπασμωδικό, ακατάστατο, τρομαγμένο.
Κείνη την ώρα, οι άνθρωποι βρισκόντουσαν μέσα στα σπίτια, να ετοιμάσουνε και να ετοιμαστούνε για του Χριστού τη γέννηση. Έτσι, ο μεγάλος δρόμος κι η πλατεία ήταν έρημα.
— Το σήμαντρο! μουρμούρισε ο δήμαρχος του χωριού. Κάτι τρέχει!
Κι όσοι καταλάβανε πως ήτανε το σήμαντρο που χτυπούσε, είπανε το ίδιο: Κάτι τρέχει!
— Πρέπει να πάω..., συνέχισε ο Δήμαρχος.
Από τα σπίτια ξεπροβάλανε πρόσωπα ανήσυχα. Τι έγινε; Ποιος χτυπούσε το σήμαντρο;
Στο ήσυχο εκκλησάκι του χωριού, ο αντίλαλος ήτανε τρομερός. Ο γερο-καντηλανάφτης κρεμασμένος απάνω στο σκοινί, τραβούσε, τραβούσε σα δαιμονισμένος. Κοντά του στεκόταν ένας άγνωστος, που λες και μετρούσε ένα-ένα τα καμπανίσματα.
— Σταμάτα, γέρο, φώναξε ο Δήμαρχος... Σταμάτα και πες μου γιατί ξεσήκωσες ολόκληρο το χωριό.
Αλλά ο καντηλανάφτης δεν τον άκουσε.
Ο άγνωστος πλησίασε τον Δήμαρχο κι είπε:
— Είναι για τον τρελό, κύριε…
Ο Δήμαρχος ξαφνιάστηκε και τον κοίταξε επίμονα.
— Ποιόν τρελό; Μεθυσμένος είσαι, άνθρωπε;
Ο άλλος κούνησε το κεφάλι λυπημένος:
— Δε με γνωρίζετε, κύριε. Είμαι ο Μαρίνος, ο φύλακας του τρελοκομείου!
Το τρελοκομείο! Κάθε που τύχαινε να προσπεράσουν από κείνο το γκρίζο κτήριο, οι χωρικοί νοιώθανε την καρδιά τους να σφίγγεται από φόβο και λύπη. Η μάντρα του ξεχώριζε πέρα, στην άκρη τού χωριού, φυλάγοντας το κτήριο αποξενωμένο από τούς γνωστικούς. Οι άρρωστοι, όσοι δεν ήτανε επικίνδυνοι, σκαλίζανε το λαχανόκηπο, ποτίζανε τα λουλούδια με κινήσεις μηχανικές. Οι άλλοι, μένανε ολημερίς κλεισμένοι.
Ο Δήμαρχος χλώμιασε. Έκανε μια φανερή προσπάθεια να χαμογελάσει και ρώτησε:
— Και λοιπόν, τι έγινε; Έπιασε φωτιά εκεί;
— Όχι, κύριε, ένας άπ' αυτούς δραπέτευσε.
Έγινε σιωπή. Ο καντηλανάφτης άφησε το σήμαντρο να ησυχάσει.
— Καλά, είπε τέλος ο Δήμαρχος. Θα ειδοποιήσω τούς χωροφύλακες και τον τελάλη.
Έξω έκανε κρύο διαπεραστικό.
— Να μαζέψετε τους χωροφύλακες! είπε βιαστικά στον ενωμοτάρχη. Ένας τρελός το 'σκασε. Δεν ξέρω αν είναι επικίνδυνος. Ο,τι και να 'ναι, πρέπει να τον βρούμε.
Ο τελάλης μάδαγε πάνω στην ώρα τη γαλοπούλα του. Ξαφνιασμένη η γυναίκα του, έτρεξε να τον ειδοποίηση, ενώ ο Δήμαρχος καθότανε να γράψει το μήνυμα:
«Ειδοποιούμε τους κάτοικους, ότι απ' το τρελοκομείο ξέφυγε ένας άρρωστος. Προσέχετε τα παιδιά σας! Προσέχετε τα παιδιά σας! Οι άντρες να συγκεντρωθούνε στην εκκλησία, να βοηθήσουνε στη σύλληψη του».
Στην εκκλησία μαζεύτηκαν οι νέοι του χωριού. Άλλοι με τις τσουγκράνες τους κι άλλοι με ρόπαλα.
Η ώρα ήταν τέσσερις τ’ απόγεμα. Ο Δήμαρχος κάλεσε το Μαρίνο, το φύλακα του τρελοκομείου και του 'πε:
— Πάρε τους άντρες και τους χωροφύλακες και πηγαίνετε να βρείτε τον τρελό. Εγώ θα κρατήσω ένα χωροφύλακα για την ασφάλεια του χωριού.
Κι η ομάδα ξεκίνησε αργά μέσ' απ' τα χωράφια. Ξαφνικά, βήματα γρήγορα ακουστήκανε πίσω τους. Ο Μαρίνος, γύρισε να δει. Μια γυναίκα έτρεχε να τους φτάσει, κάνοντας μεγάλες χειρονομίες.
— Τι έπαθες, Ντούσαινα; ρώτησε ο φύλακας.
— Ο Γιάγκος μου! τραύλισε λαχανιασμένη. Δε γύρισε ακόμα...
— Από πού δε γύρισε;
— Είχε πάει να μαζέψει σκοίνα, έξω απ' το χωράφι. Πάνε τρεις ώρες τώρα που δεν τον είδε κανείς.
Ώστε ο Γιάγκος έλειπε! Τα πρόσωπα σκοτεινιάσανε. Τότε, έφτασε κι ο Στέλιος.
— Εσύ να γυρίσεις πίσω, τον σταμάτησε κάποιος. Είσαι μικρός ακόμα.
— Ο Γιάγκος είναι αδελφός μου, αποκρίθηκε τ’ αγόρι, κι ύστερα είμαι δεκαέξι χρονών.
Κανένας δε μίλησε πια. Οι άντρες χωρίστηκαν σε δύο σειρές. Κάθε τόσο φωνάζανε δυνατά το Γιάγκο, μα κανένας δεν τούς αποκρινότανε. Κι όλοι θυμόντουσαν το εννιάχρονο αγόρι, το Γιάγκο, που είχε χαθεί.
Για τον Πέτρακα, τον τρελό, κείνη η μέρα ήταν ευτυχισμένη. Πριν από χρόνια πολλά, τότε που ήτανε δεκαπέντε χρονών, ένα βαρίδι έπεσε στο κεφάλι του. Έξι μήνες έμεινε στο κρεβάτι. σα σηκώθηκε, είχε σωστά τα λογικά του, μόνο που κάθε τόσο πάθαινε κάτι περίεργες κρίσεις, επικίνδυνες. Τον βάλανε λοιπόν στην κλινική.
Τώρα ήτανε είκοσι χρονών. Κι όταν βγήκε στο περιβόλι της κλινικής κι είδε τον ήλιο τόσο μεγαλόπρεπο κείνη την ημέρα και τα χωράφια τόσο ατέλειωτα, δεν κρατήθηκε άλλο.
Ώ, τι ανεκτίμητο αγαθό είναι η ελευθερία!
Σαν έφτασε στο ποτάμι, στάθηκε.
Εκεί, ή ομορφιά ξεπέρναγε κάθε φαντασία. Έκοψε ένα κλαδί απ' το πεύκο και κάθησε κατάχαμα.
Ο Πέτρακας ήξερε να σκαλίζει το ξύλο, να του δίνει μορφή καλλιτεχνική. Τούτη η δουλειά του άρεσε και πάντα καταπιανότανε με δαύτην. Έβγαλε λοιπόν τον παλιό του σουγιά κι άρχισε να πελεκάει το κλαδί.
Ο Γιάγκος, πάλι, ήταν ένα ήσυχο αγόρι. Το άγνωστο όμως, του έκανε πάντα εντύπωση. Γι’ αυτό ξεμάκρυνε κείνη τη μέρα, θαυμάζοντας τη χειμωνιάτικη φύση. Ξάφνου, σκόνταψε. Γύρισε να δει. Ένας άνθρωπος καθισμένος κατάχαμα, τον κοιτούσε
Τέλος, ο άγνωστος χαμογέλασε και τον τράβηξε κοντά του. Αγαπούσε τα παιδιά, πολύ.
— Θέλεις να σου φτιάξω ένα καραβάκι; τον ρώτησε.
Κι εκείνο, ντροπαλό, αποκρίθηκε:
— Όχι, θέλω μια Παναγία!
Ο πρώτος χωροφύλακας απόμεινε παγωμένος. Έκανε να ξεθυλακώση το όπλο του, μα σα να μετάνοιωσε, άφησε το χέρι του να πέσει άδειο.
— Να 'τοι! ψιθύρισε,
— Ποιοι;
— Ο Γιάγκος κι ο άλλος, ο τρελός!
Γύρω του μαζεύτηκαν όλοι. τι θα γινότανε; Το παιδί καθισμένο στα γόνατα του τρελού τον κοίταζε ευτυχισμένο να σκαλίζει το ξύλο. Σωστό πολεμικό συμβούλιο άρχισε τότε ψιθυριστά. Αν τρομάζανε τον τρελό, αυτός μπορεί να χτύπαγε το παιδί. μα και πάλι τι άλλο να κάνανε;
Στο μεταξύ, ο Πέτρακας, δούλευε το ξύλο κι ολοένα μιλούσε στ' αγόρι, για τη ζωή του την παλιά, την τωρινή.
Τότε ο Στέλιος πήγε κοντά στον πρώτο χωροφύλακα κι είπε:
— Έχω μια ιδέα. Αφήστε, θα πάω μόνος μου.
Καθώς τον είδε ο Πέτρακας να ξεπροβάλλει, τρόμαξε. Αγκάλιασε το Γιάγκο σφιχτά σα να του ζητούσε προστασία. Κι εκείνος τον καθησύχασε:
— Μην τρομάζεις, είναι ο Στέλιος, ο αδερφός μου.
Στο φοβισμένο πρόσωπο απλώθηκε χαμόγελο εμπιστοσύνης. Ο Στέλιος τους πλησίασε ήσυχα και κάθησε δίπλα τους. 
«Το νου σου, κακομοίρη μου»! έλεγε στον εαυτό του.
— Τι όμορφη Παναγιά, είπε. Μόνος σου την έφτιαξες;
Ο Πέτρακας κούνησε το κεφάλι ευτυχισμένος.
— Θέλεις να την πάμε στην εκκλησία, Εκεί στη Φάτνη; εξακολούθησε ο Στέλιος μαλακά.
Αυτό δεν το είχε σκεφτεί ο Πέτρακας. Κι έπειτα ο δρόμος τον τρόμαζε.
Αλλά τα μάτια τού Γιάγκου τον κοιτάζανε με τόση επιμονή κι αγάπη.
— Καλά, είπε, πάμε στην εκκλησία.
Σηκώθηκαν κι οι τρεις μαζί. Ο Γιάγκος έπιασε τον Πέτρακα από το χέρι τρυφερά.
Στ' άλλο, ο τρελός κρατούσε την ξύλινη Παναγιά.
Κι ενώ προχωρούσαν έτσι, ούτε στιγμή δεν τους πέρασε απ' το μυαλό πως ολόκληρο το χωριό τούς ακολουθούσε αθόρυβα, λίγα μέτρα πιο πίσω.
Σα φτάσανε στην πλατεία του χωριού, είχε νυχτώσει. Από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς ακούγονταν ζεστές παιδικές φωνές, που τραγουδούσαν τον ερχομό του Χριστού. Ο Γιάγκος τράβηξε τον Πέτρακα μαλακά. Κι εκείνος τον ακολούθησε σαν υπνωτισμένος.
Μπροστά στη Φάτνη τρεμοσβήνανε τα κεριά. Ο Γιάγκος γονάτισε κι απίθωσε την ξύλινη Παναγιά στη μέση. Ύστερα σηκώθηκε και κοίταξε το φίλο του.
Τον κοίταξε κι εκείνος και στη θολή ματιά του ξεχύθηκε μια γαλήνη βαθειά σαν τον ωκεανό.
— Πρέπει να γυρίσω, Γιάγκο, είπε σιγανά και του χάιδεψε το κεφάλι. Με περιμένουν. Μα τώρα θα γίνω καλά, το ξέρω πως θα γίνω καλά, γιατί ήμουνα άρρωστος βαρειά.
Το πρόσωπο του παιδιού συσπάστηκε. Ο Πέτρακας χαμογέλασε:
— Θα γυρίσω, μικρέ μου φίλε, σα θα γίνω καλά, θα γυρίσω.
Και με αργά αλλά σίγουρα βήματα βγήκε από την εκκλησία...

(Διασκευή ξενόφωνου διηγήματος από τη Σοφία Δαγιάντη)


7 Δεκεμβρίου 2017

Δώρο Χριστουγεννιάτικο ! - Του Δημοσθένη Βουτυρά

Δώρο Χριστουγεννιάτικο !

Σε κάθε χτύπημα που τούδινε ο άνεμος σα να ζητούσε να το γκρεμίσει, το παλιόσπιτο έτρεμε, όπως κι εμείς μαζεμένοι εκεί μέσα.
Είχαμε φράξει, όσο μπορούσαμε, τις διάφορες τρύπες. Στα σπασμένα τζάμια του παραθύρου είχε κολλήσει ο Παδούλης χοντρό χαρτί μπλε, αλλ΄ απ΄ τις σχισμάδες της μισοσπασμένης πόρτας ενοιώθαμε την παγωμένη πνοή του θηρίου που μούγκριζε έξω, να μας έρχεται. μα ήταν αδύνατο να ζεσταθεί κείνη η κάμαρα!... Κάμαρα!... Ένα είδος σταύλου μακρόστενου, με χώμα κάτω, αντί για σανίδια, ένα χώμα μαύρο, μαύρο και σχεδόν πάντα υγρό. Ένα παράθυρο είχε, και αυτό στην αυλή έβλεπε, στην αυλήν τη γεμάτη από σωρούς πετρών τετράγωνων, μαυρισμένων και από ξύλα παλιά. Προς το δρόμο υπήρχε και άλλο δωμάτιο, λίγο καλύτερο απ΄ αυτό· αλλ΄ ο κύριος του σπιτιού έβαζε παλιοσίδερα και διάφορα άλλα παλιοπράγματα.
Κανείς δεν είχε όρεξη για ομιλίες. Μέναμε σιωπηλοί σε κείνο το παγωμένο δωμάτιο που σα νάταν η φωλιά του βοριά και να του την είχαμε ΄μεις πάρει, ακουγόταν αυτός απ΄ έξω να χτυπά, να φωνάζει, να ουρλιάζει άγριος, σα να ζητούσε να μπει μέσα να μας διώξει.
Ο Παδούλης καθότανε κάτω, πάνω σ΄ ένα ρούχο, και κοντά στη φωτιά που είχαμε ανάψει από ξύλα του σπιτονοικοκύρη μας, απ΄ εκείνα, που είχε στην αυλή, και κοίταζε τη φλόγα σκεπτικός.
Απάνω-κάτω ήξερα τι σκεπτόταν. Τον είχα ακούσει να λέει πρωτύτερα:
– Χριστούγεννα και να μη φάμε κέας.
Ήτανε ψευδός. Ποτέ η γλώσσα του δεν κατόρθωσε να συλλάβει το ρ.
Ο Λάμπας, πιο πέρα και πάνω σ΄ ένα χοντρόξυλο, με τα χέρια σταυρωμένα και καμπουριασμένος.
Ήτανε ψάλτης στην πατρίδα μας και άνθρωπος που ποτέ δεν έκανε κακή καρδιά. Αλλ΄ απ΄ την ημέρα, που οι Τούρκοι κλείσανε την Εκκλησιά και μας διώξανε, πάει η καλή καρδιά του Λάμπα. Εγώ τριγύριζα, περπατούσα πάνω-κάτω, τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.
Αναμνήσεις κάποτε, σαν τα διωγμένα, τα κομματιασμένα σύννεφα, που τρέχανε έξω, περνούσαν απ΄ το νου μου...
Ξαφνικά κάτι άκουσα έξω και κοίταξα απ΄ τα γυαλιά του παραθύρου, έξω στην αυλή.
Νόμισα πως έβλεπα όνειρο!... Κοντά στο βρωμοπήγαδο δύο κιτρινωπές όρνιθες!
– Παδούλη!... φωνάζω με πνιγμένη φωνή.
– Τι τέχει; ρώτησε αυτός με την ψευδή μιλιά του.
– Έλα δω, μωρέ!... Έλα γρήγορα. Δώρο μάς στέλνει ο Χριστός, δώρο!... Δύο όρνιθες!... Να!...
– Έλα!...
Ο Παδούλης πλησίασε γρήγορα στο παράθυρο, ενώ ο Λάμπας, χωρίς να πολυκινηθεί, με ορθωμένο μόνο το κορμί του μας κοίταζε.
– Τη ίγα!... έκανε ο ψευδός και κινήθηκε τυφλά δω και κει.
Ζητούσε μια σιδερένια μεγάλη ρίγα.
– Νά τοι, νά τοι!... Ωραία πάτε!... Απ΄ τ΄ αυγό στην κότα!... Κατά το παραμύθι!... Μπράβο σας!... Έτσι!... Χτες κλέψατε τα τρία αυγά της γειτόνισσας και τώρα θα της κλέψετε τις κότες!...
Άρχισε να μας μαλώνει ο Λάμπας.
– Πάψε, βρε!...
– Αυτός, Γιώργο, να το ξέρεις, ο ψευδούλιακας, θα σε παρασύρει!...
– Λέγε, λέγε!...
Ο Παδούλης είχε βρει τη ρίγα και προχωρούσε προς την πόρτα. Ο Λάμπας όμως πετάχτηκε και θέλησε να του κλείσει το δρόμο.
– Όχι!...
– Βρε κάτσε απ΄ εκεί!..., του είπα, πήγαινε, κοιμήσου!...
– Στάσου βε!... του έκανε ο Παδούλης.
Ο Λάμπας τραβήχτηκε :
– Κάντε ό,τι θέλετε!... Εγώ να, νίπτω τας χείρας μου!... Στη φυλακή!... Και κλεψιά μέρα χρονιάρα, Χριστούγεννα!...
– Λέε, λέε!... Ψάλτης δεν ήσουνα;...
– Μωρέ, θα πάψεις;... Ας το διάολο!
Ο Παδούλης άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Την έκλεισα. Τον ήξευρα ότι ήτανε τρομερός κυνηγός των ορνίθων. Χωρίς να βγάζουνε φωνή, πέφτανε αυτές στα χέρια του.
Έγινε σιωπή και ούτε μάλιστα ο άνεμος ακούστηκε να μουγκρίζει απ΄ έξω απ΄ το παλιόσπιτο.
Σε λίγο έσπρωξε την πόρτα και την άνοιξε. Μπήκε μέσα κρατώντας τις δύο κιτρινωπές όρνιθες.
– Νά τες!...
– Ωραία, ωραία!... Μπράβο σας!...
Μας έλεγε ο Λάμπας που είχε καθήσει στη θέση του.
– Μη φας, εσύ!...
– Χριστουγεννιάτικα!...
– Κόφ΄ τους το λαιμό, γιατί τις σταγκούλισα!...
Τους κόψαμε το λαιμό σ΄ ένα μέρος, που πλύναμε έπειτα, ύστερα σ΄ ένα τσουκάλι ρίξαμε νερό και το βάλαμε στη φωτιά.
Ο Λάμπας δε μιλούσε, μόνο μας κοίταζε.
Άμα ζεστάθηκε πολύ το νερό, τις ζεματίσαμε κι αρχίσαμε να τις μαδάμε. Και όταν έμειναν με μόνο το δέρμα, άσπρες, άσπρες, πήρε ο Παδούλης φτερά, πόδια, μάζεψε και τα φτερουλάκια, όλα, όλα, με προσοχή και τα πήγε έξω στην αυλή, όπου τα έθαψε σ΄ ένα λακκάκι, που άνοιξε, πατώντας έπειτα καλά το χώμα, που έριξε από πάνω.
Κοιτάξαμε και για τις σταγόνες το αίμα, που ήτανε δω και κει.
– Κλέφτες!... Σωστοί κλέφτες είσαστε!... μίλησε ο Λάμπας, που μας κοίταζε τι κάναμε.
– Δε θα φας; τον ρώτησα.
– Εγώ;... Ποτέ, ποτέ! να μαγαριστώ με κλεψιμέϊκο χρονιάρα μέρα!... Ποτέ!...
– Αν δεν ήτανε χρονιάρα μέρα;...
– Δεν ξέρω τι θάκανα!... Ούτε τότε!... Έφαγα απ΄ τ΄ αυγά;...
Ο αχρείος όμως ήξερε να μαγερεύει και του ζητήσαμε τη συμβουλή του.
Μας είπε πώς να την κάνουμε, αφού πάλι που πήρε θάρρος μ΄ αυτό, μας έβρισε.
Η φωτιά ήτανε στις δόξες της. Το παλιοδωμάτιο μοσχοβολούσε.
Καθισμένοι κοντά ακούγαμε το τραγούδι το γλυκό-γλυκό του τσουκαλιού, που έλεγε, έλεγε, νανούριζε, μας υποσχότανε τόσα και τόσα καλά...
Ο Λάμπας καθότανε λίγο τραβηγμένος και στην ομιλία μας, τη γεμάτη ευχαρίστηση και ευθυμία, δεν ανακατευότανε. Ξαφνικά τον ακούσαμε να τραγουδά:
«Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι...»
– Δυο όνιθες!... του είπε ο Παδούλης.
Αυτός, χωρίς να φανεί ότι πρόσεξε, ξακολούθησε:
«Άστρον λαμπρόν...»
Ο βοριάς, που φυσούσε έξω, είχε πέσει λίγο και δεν ακουγότανε να βογκά όπως πριν.
Και η φωτιά ήτανε στις δόξες της με πάνω της σα στέμμα το τσουκάλι, που σα να υμνούσε κι αυτό μαζί με το Λάμπα τη γέννηση του Χριστού έλεγε, έλεγε, έψελνε....-

Του Δημοσθένη Βουτυρά ,  από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 34-38.

5 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ συντάραξε όχι ένα αλλά δύο Πάπες της Ρώμης για να γυρίσει στο σπίτι του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ συντάραξε όχι ένα αλλά δύο Πάπες της Ρώμης για να γυρίσει στο σπίτι του.
Φώτο : το Ιερό Σκήνωμα του ΑΓΙΟΥ την χρονιά της επανακομιδής του το 1965. 
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας 
Μόνο στην ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ γίνονται αυτά. 
Το Ιερό Σκήνωμα του ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ να ζωντανεύει , να κτυπά το τζάμι της Λάρνακας, να κάνει φασαρία , να τρομοκρατεί του Λατίνους γιατί ήθελε να γυρίσει στο σπίτι του στα Ιεροσόλυμα για να βρίσκεται κοντά στα παιδιά του, τους Ορθοδόξους προσκυνητές των ΑΓΙΩΝ ΤΟΠΩΝ , να τους ευλογεί και να τους βοηθάει με την παρρησία του. 
ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ 
Και μόνο το χρονικό της επανακομιδής του Ιερού Σκηνώματος του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου από την Εσπερία αποτελεί ένα ξεχωριστό Συναξάρι της ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. 
Το ιερό λείψανο το είχαν κλέψει οι σταυροφόροι της Α’ σταυροφορίας (1096 – 1099) μαζί με πολλά άλλα ιερά λείψανα και το μετέφεραν στη Βενετία όπου και το έθεσαν στον ναό του αγίου Αντωνίνου. Εννέα αιώνες περίπου αργότερα έμελλε να επανέλθει και πάλι ο μεγάλος ασκητής της Ορθοδοξίας στο μοναστήρι που ο ίδιος έκτισε.» 
Το 1965 θα ήταν μια ευλογημένη χρονιά . 
Τότε ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ αποφάσισε ότι έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι του στα Ιεροσόλυμα και στην παλαίφατη ομώνυμη Ιερά Μονή του της οποίας ήταν ο Κτήτωρ. 
« Πριν την παραλαβή του ιερού λειψάνου είχαν προηγηθεί μεταξύ του Πάπα της Ρώμης Παύλου ΣΤ΄ και του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Βενεδίκτου συνεννοήσεις για τον καθορισμό αντιπροσωπειών, ημερομηνιών, τελετών και άλλων θεμάτων σχετικών με την παράδοση και την παραλαβή. 
Από πλευράς Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ορίσθηκε η αντιπροσωπεία στην οποία μετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ιορδάνου (νυν Μητροπολίτης Καισαρείας) κ. Βασίλειος, ο Αρχιμανδρίτης Θεοδόσιος ηγούμενος της Βηθανίας, ο Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ ηγούμενος της Λαύρας και ο ιεροδιάκονος (νυν Μητροπολίτης Ναζαρέτ) κ. Κυριακός.» 
Τι μεσολάβησε όμως και οι Λατίνοι εσπευσμένα ζητούσαν να αποδώσουν το κλεμμένο από αυτούς Ιερό Σκήνωμα στους φυσικούς του κατόχους στην Παλαιστίνη; 
Το έκαναν γιατί μας αγαπούσαν ή έγινε κάτι το συνταρακτικό; 
Μήπως μεσολάβησε ο αιφνίδιος θάνατος ενός Πάπα της Ρώμης; 
Το ΙΕΡΟ ΣΚΗΝΩΜΑ κτυπούσε το τζάμι μέσα στην Λάρνακα, έκανε φασαρίες και φόβιζε τους παριστάμενους φρουρούς στο Αββαείο 
Ο Γέρων Σεραφείμ είχε ιδιαίτερη αγάπη και ευλάβεια στον άγιο Σάββα. Εδιηγείτο στα καλογέρια του μετά την επανακομιδή του ιερού λειψάνου τα εξής: 
«Ο Πάπας», έλεγε «δεν μας έδωσε το ιερό λείψανο, γιατί μας αγαπούσε, αλλά γιατί συχνά εμφανιζόταν σ’ αυτόν και τον ενοχλούσε για να επιστρέψει στο μοναστήρι του. 
Όταν πέθανε ο Πάπας που δεν έλαβε υπ’ όψιν του τον Άγιο, εκείνος εμφανίστηκε και πάλι στον διάδοχό του. 
Αλλά και στον ναό που βρισκόταν το ιερό λείψανό του θησαυρισμένο μέσα σε γυάλινη λάρνακα χτυπούσε το τζάμι, έκανε φασαρίες, τάραζε τους φύλακες και τους Λατίνους μοναχούς». 
Ο ΓΕΡΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ 
Μετά από αυτά τα συνταρακτικά και θαυμαστά γεγονότα φαίνεται οι Λατίνοι να ήθελαν πως και πώς να επιστρέψουν τον ΘΗΣΑΥΡΟ αυτόν της ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ . 
Πάντα όμως στο μυαλό το δικό μας υπήρχε ο ενδοιασμός , τι τους έπιασε ξαφνικά και επιστρέφουν το Ιερό ΣΚΉΝΩΜΑ του ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ή μήπως δεν είναι το πραγματικό Σκήνωμα του Αγίου; 
Όλα όμως τα αποκάλυψε η ΠΡΟΝΟΙΑ του ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΥ. 
« Παρά τις εκδηλώσεις τιμής και αγάπης εκ μέρους των Λατίνων τόσο στην αντιπροσωπεία όσο και στην Αγιοταφική Αδελφότητα υπήρχε διάχυτη η αμφιβολία εάν οι Δυτικοί απέδιδαν το πραγματικό άγιο λείψανο στην ορθόδοξη αντιπροσωπεία. 
Όταν η ορθόδοξη αντιπροσωπεία μετά από το μακρύ και κοπιαστικό ταξείδι έφθασε στον ναό του αγίου Αντωνίνου, ο Γέρων Σεραφείμ παρατηρούσε, προς έκπληξη των υπολοίπων, με ιδιαίτερη επιμονή το ιερό λείψανο, σαν να έψαχνε να βρει κάποιο σημάδι που να πιστοποιεί την αυθεντικότητά του. 
Κάποια στιγμή με έκδηλη χαρά φώναξε στους υπόλοιπους: «Πατέρες, είναι το πραγματικό λείψανο». 
Πιστοποίησε τη γνησιότητα από το γεγονός ότι έλειπε το ένα από τα δύο μάτια. 
Γνώριζε ο π. Σεραφείμ από παλαιά συναξάρια της Λαύρας ότι οι μονοφυσίτες στα χρόνια του αγίου Σάββα σε μια διαμάχη που είχαν μαζί του για την ορθή πίστη του είχαν βγάλει το μάτι. 
Από εκείνη τη στιγμή δεν απομακρύνθηκε από αυτό. Ακόμη και όταν το αεροπλάνο διενυκτέρευσε στην Αθήνα, για να προσκυνήσουν επί του αεροπλάνου οι αναμένοντες αυτό πιστοί, ο Γέρων παρέμεινε μόνος όλη τη νύχτα φύλακας του ιερού λειψάνου, ενώ η υπόλοιπη συνοδεία λόγω του κόπου μετέβη στην Αθήνα για ανάπαυση. 
Διηγείται ο Μητροπολίτης Ναζαρέτ ότι καθ’ όλο το διάστημα που ο Γέρων Σεραφείμ στεκόταν φρουρός δίπλα στο άγιο λείψανο, έδιδε τόσο στον ίδιο όσο και στα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας την αίσθηση ότι ανάμεσά τους γινόταν κάτι σαν μυστική συνομιλία, σε σημείο που να εντυπωσιάζονται και να θαυμάζουν το γεγονός.»
(Ο ΓΕΡΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ
Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού. 
Εκείνες τις συγκλονιστικές και πνευματικά φορτισμένες στιγμές φρόντισε και τα υπόλοιπα ο ολοζώντανος ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ. 
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ σηκώνει τα χέρια του για να του φορέσουν τα Ορθόδοξα άμφια. 
« Όμως δεν άργησε να παρουσιασθεί ο μεγάλος προβληματισμός: 
πως δηλαδή θα γινόταν η αλλαγή των ενδυμάτων του ιερού λειψάνου βάσει των συμφωνηθέντων. 
Συγκεκριμένα μετά την αρπαγή του ιερού λειψάνου από το μοναστήρι, οι Λατίνοι στη Βενετία το έντυσαν με ενδύματα Λατίνου ιερέως, ενώ τα χέρια του αγίου Σάββα ήταν σταυρωειδώς επί του στήθους του. 
Μετά από εννέα περίπου αιώνες, η ακαμψία του σώματος δεν επέτρεπε την αλλαγή της λατινικής περιβολής με τα ράσα του Ορθόδοξου κληρικού, με το πετραχήλι και το μοναχικό σχήμα που είχε φέρει μαζί της η αντιπροσωπεία για τον σκοπό αυτόν. 
«Τότε είδαμε τον Γέροντα Σεραφείμ να γονατίζει μπροστά στο ιερό λείψανο και να προσεύχεται για πολύ ώρα. 
Κάποια στιγμή σηκώθηκε έκαμε μετάνοιες στρωτές 
και σήκωσε με τα χέρια του τα χέρια του αγίου Σάββα σαν να ήταν χέρια ζωντανού ανθρώπου μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων μας», θυμάται με ακρίβεια μέχρι σήμερα και διηγείται ο Μητροπολίτης Ναζαρέτ. Τότε άλλαξαν τα ενδύματα του αγίου Σάββα και αφού τελείωσαν οι τελετές εκ μέρους των Λατίνων, άρχισε το ταξείδι της επιστροφής.»

Αποτέλεσμα εικόνας για ο αγιος Σαββας ο Αγιασμένος
ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ της Πλατείας του ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ αποχαιρετούν την πνευματική συντροφιά τους τόσων αιώνων. 
« Όταν το γυάλινο φέρετρο έφθασε στην πλατεία του αγίου Μάρκου, στο μώλο, υπήρχε μια γόνδολα η οποία το μετέφερε με συνοδεία σε χώρο κοντινό προς το αεροδρόμιο. Κατά μια δε περίεργη σύμπτωση στον ίδιο μώλο είχε αποβιβασθεί το ιερό λείψανο αιώνες πριν. 
Θαυμαστό γεγονός που εντυπώθηκε στον νου όλων ήταν τα χιλιάδες περιστέρια της πλατείας του αγίου Μάρκου τα οποία όλα μαζί τη στιγμή που η γόνδολα με το ιερό λείψανο ξεκινούσε τον πλού της στα νερά των καναλιών σαν κύμα πέρασαν πάνω από αυτήν χαιρετώντας με τον τρόπο αυτό τον μεγάλο φιλοξενούμενο που πλέον αναχωρούσε για το μοναστήρι του. 
Χρόνια μετά, κάθε φορά που αντάμωναν ο Γέρων Σεραφείμ με τον Μητροπολίτη Ναζαρέτ κ. Κυριακό, του θύμιζε : «Τα περιστέρια, τα περιστέρια», σαν υπόμνηση του ότι και η άλογη ακόμη φύση συμμετείχε ως μαρτυρία τη στιγμή της αναχώρησης από τη Βενετία με προορισμό τα Ιεροσόλυμα. Εκεί παρέμεινε στον πανίερο ναό της Αναστάσεως για μέρες χάριν προσκυνήσεως των γυναικών, λόγω του αβάτου της Μονής του αγίου Σάββα.» 
(Ο ΓΕΡΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΒΒΑΪΤΗΣΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ
Μετά από όλα αυτά θα αναφωνήσουμε από βάθους καρδιάς 
ΖΕΙ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ 
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ώ φίλη ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ 

Με Πίστη και Ελπίδα 

2 Δεκεμβρίου 2017

Ο Χειμώνας της γριάς...


Κουλουριασμένη η γριά Θυμιά στο παραγώνι της συνδαυλίζει τη ..στάχτη, ελπίζοντας πάντα πως θα ξεπεταχθεί καμιά γερή σπίθα, να δώσει φωτιά στο βρεμένο κούτσουρο που καπνίζει έτσι στημένο πούναι και μαυροκαπνισμένο στη γωνιά.
Όξω ο βοριάς λυσσομανάει  και μέσα στη γυμνή της καμαρούλα έχει απλωθεί η παγωνιά. Κάθε λίγο και λιγάκι χουχουλάει η γριά Θυμιά τα παγωμένα δάχτυλά της και κουφαναστενάζοντας σιγολέει:
Για τους αφεντάδες είναι ο χειμώνας, πούχουν όλα τάγαθά τους, όχι για μας τους έρμους τους φτωχούς...
Και βγάζοντας αναστεναγμό βαθύτερο αναθυμάται τα δυό της τ΄αγόρια, το Σωκράτη και το Στάθη της εκεί ψηλά στο Μέτωπο , στη βαρυχειμωνιά της Μικρασίας, θα ξεπαγιάζουνε , ποιός ξέρει σε ποιά τρύπα γης χωμένα, σε ποια αχυρένια καλύβα από κάτω, σε ποιο ξέφωτο σκοποί, με το ντουφέκι στο χέρι...
Το λυχνάρι ,λιγοστό και ξεψυχισμένο φως σκορπώντας στην καμαρούλα, της πλακώνει περισσότερο την ψυχή κ΄η μισή κουβέρτα που την έχει ρίξει  απάνω της, καταπαγωμένη κι αυτή, δεν την ζεσταίνει, όσο κι αν τη σφίγγει πάνω της.
Κι αποκοιμιέται η γριά Θυμιά, έτσι στο παραγώνι κουβαριασμένη και βλέπει-ο πεινασμένος καρβέλια ονειριάζεται- και βλέπει πως βρίσκεται σε μια πλούσια κρεβατοκάμαρα , καθισμένη δίπλα στη θερμάστρα κι αφηρημένη βλέποντας τη λαμπερή φωτιά, ξεχωρίζει τα μικρά καρβουνάκια που την αποτελούν και ηδονικά βυθίζει το βλέμμα της σ΄αυτό το φωτεινό σύνολο...
Και παραπέρα , σε μιαν απόμερη γωνιά , η γάτα της κουλουριασμένη πάνω στο παχύ χαλί , ροχαλίζει ήσυχα ήσυχα στο χάιδεμα κάποιων αναλαμπών που φτάνουν αμφίβολα ως εκεί και απαλά χρωματίζουν τ΄ολόλευκό της γουναρικό...
Και τα θωρεί τα καρβουνάκια έτσι ενωμένα τόνα κοντά στ΄ άλλο και βυθίζεται η σκέψη της σε ματωμένο πέλαγο, αφού δεν έχει καμιάν άλλη έγνοια να την τρώει και σφαλνάει ηδονικά τα μάτια της και ταξιδεύει με τη φαντασία της σε θρυλικά παραμυθένια παλάτια που κλείνουν το καθένα τους κ΄απο ένα ωραίο κι άτυχο βασιλόπουλο...
Μα ξαφνικά , πάνω στα ονειροτάξιδά της, ανοίγει διάπλατα η πόρτα , χωρίς να τρίξει καθόλου  και μπαίνει μέσα μια ψηλή , κυπαρσσόκορμη  γυναίκα στα ολόλευκα ντυμένη και τραβάει ολόϊσα στη θερμάστρα και πιάνει με τη χούφτα της τα καρβουνάκια , όλα, και τα ρίχνει στο λευκό της κόρφο και παίρνει και τις κουβέρτες και τα χαλιά, που στα χέρια της γίνονται αλαφριά σαν πούπουλο, τα ρίχνει στον ώμο της και γυρίζοντας να φύγει , σταματάει για μια στιγμή μπροστά στην κατάπληχτη γριά και της λέει με φωνή βαριά και αυστηρή: Είμαι η Δικαιοσύνη εγώ, η απόλυτη Δικαιοσύνη της ζωής και σηκώνω τη φωτιά σου να την πάω σε άλλες απόκληρες της μοίρας που δεν έχουν ούτ΄ένα καρβουνάκι να πυρώσουν τα παγωμένα χέρια τους και σηκώνω το χαλί σου και τις κουβέρτες σου να τις πάω σ΄άλλες , που δεν έχουν ούτ΄ένα παλιόρουχο να σκεπάσουν τα ξυλιασμένα από την παγωνιά κορμιά τους. Είμαι η Δικαιοσύνη εγώ κ΄έτσι έρχομαι σήμερα στον ύπνο σου για νάρθω σήμερα-αύριο ολοζώντανη και στον ξύπνιο σου.
Κ΄έφυγε , αθόρυβα και μεγαλόπρεπα, καθώς μπήκε..Και η γριά Θυμιά ανατρόμαξε  από το όνειρο που είδε και άνοιξε τα μάτια της και ξαναβρέθηκε στη θεόγυμνη καμαρούλα της , κουλουριασμένη στο παραγώνι της , με το βρεμένο και μαυροκαπνισμένο κούτσουρο που είχε πάψει να καπνίζει...

Η γριά έκανε το σταυρό της με εγκαρτέρηση και σιγομουρμούρισε:
-Κυρά Δικαιοσύνη, πόθε θαν ταξιωθώ να σε δω και στον ξύπνιο μου;

Σημείωση δική μου:
Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε από μένα.Το αντέγραψα απο το περιοδικό Νουμάς και απο την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Πατρών .Φέρει υπογραφή Δ.Π.Τ. και γράφτηκε γύρω στο 1928.
Προσπάθησα να κρατήσω την ορθογραφία του συγγραφέα..
Ι.Β.Ν.

Η εικόνα είναι απο εδώ

13 Νοεμβρίου 2017

Υπάρχει ιδανικός ομιλητής τής γλώσσας; (Γ. Μπαμπινιώτης)

Υπάρχει ιδανικός ομιλητής τής γλώσσας; (Γ. Μπαμπινιώτης)
Υπάρχει ιδανικός ομιλητής τής γλώσσας; (Γ. Μπαμπινιώτης)
Στον πρόλογο τού νέου λεξικού μου «για τις δυσκολίες και τα λάθη στη χρήση τής Ελληνικής» γράφω ότι δεν υπάρχει στη γλώσσα - σε κάθε γλώσσα - «ιδανικός ομιλητής». Θα διατυπώσω εδώ μερικές σκέψεις για το θέμα αυτό, τις οποίες θέτω στην κρίση των αναγνωστών.
Κατ' αρχάς, τι θα σήμαινε και ποιος θα χαρακτηριζόταν «ιδανικός ομιλητής»; Θα ήταν, νομίζω, αυτονόητα αυτός που κατέχει πλήρως τη μητρική του γλώσσα σε όλα τα επίπεδα και που την χρησιμοποιεί άψογα στον προφορικό και τον γραπτό του λόγο. Τι σημαίνει όμως αυτό στην πράξη; Οτι γνωρίζει άριστα όλο τον λεξιλογικό θησαυρό μιας γλώσσας, όλο τον γραμματικό μηχανισμό και όλες τις δυνατές συντακτικές λειτουργίες τής γλώσσας. Ακόμη, ότι γνωρίζει την ιστορική γραφή (ορθογραφία) όλων των λέξεων και τύπων και - το κυριότερο - ότι γνωρίζει όλο το φάσμα εφαρμογής των χρήσεων λέξεων, τύπων και συντακτικών δομών στα διάφορα επίπεδα τής πραγματικής επικοινωνίας. Αν, λοιπόν, σκεφθούμε τον όγκο, τις διαστάσεις και την πολυπλοκότητα αυτής τής γνώσης, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί είναι ανέφικτο να υπάρξει «ιδανικός ομιλητής», δηλ. ένα ιδανικό πρότυπο γνώσης και χρήσης μιας συγκεκριμένης γλώσσας. 
Για παράδειγμα, ποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί προκειμένου για την ελληνική γλώσσα πως γνωρίζει τις 100.000 λέξεις της ή τις 300.000 περίπου σημασίες της; Κι αν λ.χ. γνωρίζει τους 284 τύπους όλων των ομαλών πλήρων ρημάτων, μπορεί να ανακαλέσει όλους τους ρηματικούς τύπους που αποκλίνουν (κατάσχω, ανάγω - αναγάγω, πληροί, ανατάμω/κατατμήσω, παριστώ/παριστάνω/παρασταίνω, αποσβένω, συνιστώ/συστήνω, αόριστος των μάχομαι, κατάγομαι, ρέπω, αγωνιώ); Και θα γνωρίζει ή θα θυμάται ότι συντακτικές εκφορές όπως π.χ. αποποιούμαι των ευθυνών, διαφεύγει τής προσοχής μου, επιδέχεται βελτίωσης συντάσσονται με αιτιατική και όχι με γενική: αποποιούμαι τις ευθύνες, διαφεύγει την προσοχή μου, επιδέχεται βελτίωση; Και θα γνωρίζει ή θα θυμάται να γράφει ελλιπής (όχι ελλειπής), εταιρεία (όχι εταιρία), ετερόκλιτος (όχι ετερόκλητος), διατηρήστε (όχι διατηρείστε), πρωτοπορία (όχι πρωτοπορεία), προεδρία (όχι προεδρεία), συγκεκριμένος (όχι συγκεκριμμένος), εξερράγη (όχι εξερράγει), καβγάς (όχι καυγάς), πιλοτή (όχι πυλωτή), μονοιάζω (όχι μονιάζω); Θα αξιοποιεί τις σημασιολογικές διαφορές σε λέξεις όπως π.χ. παλαίμαχος, απόμαχος - πραγματεύομαι, διαπραγματεύομαι - ακριτομυθία, ακριτοέπεια - εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ - περισσός, περίσσιος, περιττός; Και τις σημασιολογικές αποχρώσεις σε λέξεις όπως έκτακτα, εκτάκτως, απλά, απλώς - σαν, ως - πρώην, τέως - πολιτιστικός, πολιτισμικός - τραπεζικός, τραπεζιτικός - ανάγκη, αναγκαιότητα - κρατικός, δημόσιος; 
Κι αν αυτά όλα τα μπορούσε, θα έπρεπε επίσης να είναι εις θέσιν να κάνει κάθε φορά τις «ιδανικές επιλογές» από το πλήθος των επιλογών (λεξιλογικών, σημασιολογικών, γραμματικών, συντακτικών, υφολογικών) που προσφέρει η γλώσσα. Θα έπρεπε ακόμη να μπορεί να συντάσσει γλωσσικώς «ιδανικά κείμενα», κείμενα λειτουργικά για τον σκοπό που έχουν συνταχθεί, κείμενα απόλυτης αποδοχής στην πρόσληψή τους, κείμενα με υψηλή δηλωτικότητα, λιτότητα, σαφήνεια, ευστοχία. Είναι, νομίζω, φανερό ότι τέτοιες ιδιότητες δεν μπορούμε να βρούμε συγκεντρωμένες στον λόγο ενός ομιλητή. Επομένως ο «ιδανικός ομιλητής» είναι ένα υποθετικό πρότυπο, προϊόν εξιδανίκευσης και υπεργενικευτικής αφαίρεσης έξω από τον χώρο τής γλωσσικής πραγματικότητας.
Αυτό που υπάρχει είναι ο «προσεκτικός ομιλητής», δηλ. ο ευαίσθητος χρήστης, που πασχίζει ακατάπαυστα να αρθρώνει ποιοτικό λόγο. Είναι αυτός που καλλιεργεί και εμπλουτίζει συνεχώς τη γνώση του στη γλώσσα με διαβάσματα και ακούσματα, με συνεχή άσκηση στην παραγωγή και πρόσληψη κειμένων (προφορικών και γραπτών), με εντατική προσπάθεια για κατάλληλες επιλογές σε όλα τα επίπεδα, με ανεπτυγμένο γλωσσικό αίσθημα και διά βίου μαθητεία στη γλώσσα. Είναι αυτός που, υπερβαίνοντας την απλή εργαλειακή αντίληψη τής γλώσσας, πιστεύει στη γλώσσα του ως αξία, δηλ. ως πνευματικό μέγεθος, ως φυσικό συμπλήρωμα τής σκέψης του, ως πολιτιστική κληρονομιά του και, τελικά, ως ταυτότητα. Είναι ο ομιλητής που έχει συναίσθηση ότι στην αναμέτρησή του με τη γλώσσα είναι εκ των προτέρων «ηττημένος», επιμένει όμως να αγωνίζεται για μια «αξιοπρεπή ήττα», στην οποία ο λόγος του δεν θα έχει - κατά το δυνατόν - προδώσει τη σκέψη του, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που του παρέχει η γλώσσα του. Χρειάζεται ταπεινοσύνη και αίσθηση ορίων για να «νογάει» ο ομιλητής, να έχει επίγνωση των πεπερασμένων δυνάμεών του σε σχέση με τον κολοσσό κάθε φυσικής γλώσσας, ιδίως μιας πολιτιστικά καλλιεργημένης γλώσσας που συμβαίνει να είναι η Ελληνική.
Ωστόσο, αυτή η αδυναμία είναι συγχρόνως και μια διανοητική πρόκληση για κάθε ομιλητή να κατακτήσει τη γλώσσα του σε τέτοια έκταση και τόσο βάθος ώστε να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή ποιότητα στον λόγο του. Ο πολύς Wittgenstein δεν μας έχει διδάξει μόνο ότι τα όρια τού κόσμου μας είναι τα όρια τής γλώσσας μας, αλλά μας έχει εμψυχώσει ότι μπορούμε να εκφράσουμε καθαρά με τη γλώσσα μας ό,τι συλλαμβάνουμε καθαρά με τον νου μας. Η καθαρότητα τής σκέψης μας δηλ. εξασφαλίζει και την ποιότητα τού λόγου μας. Αλλη πρόκληση αυτή, άλλος παράλληλος αγώνας. Αυτός όμως ο διπλός αγώνας δικαιώνει την ύπαρξή μας και, στην πράξη, χαράσσει τα όρια τής ελευθερίας μας που είναι συνυφασμένα με τη σκέψη και τη γλώσσα μας. Αυτός ο αγώνας και αυτή η αγωνία εκφράζονται με αφοπλιστική απλότητα και ευθυβολία στα λόγια τού μεγάλου στοχαστή-ποιητή, τού Διονυσίου Σολωμού, «μήγαρις πως έχω άλλο τι στον νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα». 
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγη:Εδώ

5 Νοεμβρίου 2017

Οι δυό κόσμοι !

Σημείωση δική μου:
Δεν μπορώ μετά βεβαιότητος να πω ποιος είναι ο χειρότερος !
Ι.Β.Ν.


30 Οκτωβρίου 2017

Οι γιατροί μιλούν για θαύμα και… εκείνος για την Αγία Αναστασία !

Οι γιατροί μιλούν για θαύμα και… εκείνος για την Αγία Αναστασία
Σε εποχές που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται προς τα γήινα και αγνοούν και περιφρονούν και αμφισβητούν την ουράνια πολιτεία, σε εποχές που λησμονούν και ειρωνεύονται τον Δημιουργό, Εκείνος δεν παύει να δείχνει δια του υιού Του και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και των Αγίων του, την αγάπη Του.
Δεν παύει να φροντίζει, με το μοναδικό τρόπο που Εκείνος γνωρίζει, αυτούς που τον αναζητούν. Δεν παύει να καλεί ως καλός Ποιμένας τα απολωλότα πρόβατα, ενισχύοντας την πίστη τους. Δεν παύει να γιατρεύει, να κατηχεί και να οδηγεί το πιο τέλειο δημιούργημά του μέσα από σειρά ανεξήγητων, για πολλούς από εμάς, γεγονότων, που είθισται να ονομάζουμε σήμερα θαύματα.
Σε καιρούς λοιπόν γενικής αμφισβήτησης και κλονισμού της πίστης, ο καλός Θεός συνηθίζει να μιλά και να επικοινωνεί με τρόπο θαυματουργικό, ώστε οι πιστοί που γεύονται τη δωρεά της Χάρης του Υψίστου, να αποκτούν βιώματα τέτοια, τα οποία καθιστούν ακλόνητη την πίστη τους. Όλοι λίγο-πολύ οι Χριστιανοί έχουμε γευθεί και ζήσει –αν και δεν την αξίζουμε- τη θεία χάρη, έχουμε βιώσει στην προσωπική μας ζωή το θαύμα. Και οι περισσότεροι από εμάς δεν παύουμε να το αναζητούμε μέχρι και την τελευταία αναπνοή μας. Το θαύμα που αποκλειστικά παρουσιάζει στο τεύχος αυτό ο «Σ.Ο.» σχετίζεται με ένα 35χρονο νεαρό, ο οποίος κτύπησε πολύ σοβαρά με το όχημα που οδηγούσε και ενώ οι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά και περίμεναν το βέβαιο κατ’ αυτούς θάνατο, εκείνος έζησε το θαύμα μέσα από την θεία παρέμβαση της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. 
Τρία χρόνια μετά το θαυματουργικό γεγονός πήραμε την άδεια του νεαρού καλού φίλου και συνεργάτη να δημοσιεύσουμε το θαύμα, υπό την προϋπόθεση πως δεν θα δημοσιεύσουμε τα στοιχεία του. Και αυτό, γιατί δεν επιθυμεί να γίνει «τροφή» στα τηλεοπτικά κανάλια και σε κάθε λογής «περίεργους» σύγχρονους αμφισβητίες της αδιάλειπτης παρουσίας του Θεού. Η διήγηση του αγαπητού Κώστα, συνδέεται, όπως ήδη αναφέραμε με την Αγία Αναστασία τη Ρωμαία τη μνήμη της οποίας η Αγία Εκκλησία μας τιμά στις 29 Οκτωβρίου. Λείψανα της Αγίας σώζονται στην Ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου στο Άγιο Όρος. Στο μοναστήρι μάλιστα στις 12 Νοεμβρίου (29 Οκτωβρίου με το Παλαιό Ημερολόγιο) γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Η εορτή αυτή έχει αποκτήσει εδώ και τρία χρόνια για έναν εκλεκτό φίλο και συνεργάτη του «Σ.Ο.» ξεχωριστή σημασία, αφού δια μέσου της Αγίας Αναστασίας βίωσε το θαύμα κατά τέτοιο τρόπο που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια στη ζωή του. Βέβαια ο στενός κύκλος του αλλά και ο ηγούμενος της Μονής Οσίου Γρηγορίου αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Καψάνης, γνωρίζουν τα στοιχεία και εκ της διηγήσεως θα κατανοήσουν σε ποιον αναφέρεται η διήγηση.
Το ατύχημα
Ο νεαρός Κώστας, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, επέστρεφε από την Αθήνα, στην πόλη που κατοικεί στις 11 Σεπτεμβρίου 2002, με τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. Είχε μόλις τακτοποιήσει ορισμένες εργασίες και επέστρεφε καταπονημένος. Κατά τη διαδρομή, η μοτοσικλέτα ανατρέπεται και ο ίδιος στην κυριολεξία απογειώνεται και πέφτει με ορμή σε μια κολώνα. Η σύγκρουση, όπως διηγείται ο ίδιος προκαλεί θραύση στη λεκάνη και στα πλευρά και στις απολήξεις των πέντε χαμηλών σπονδύλων της σπονδυλικής του στήλης. Μία εκ των απολήξεων κόβει μία φλέβα, η οποία προκαλεί σύμφωνα με τη διάγνωση των θεράποντων ιατρών οπισθοπεριτωναϊκό αιμάτωμα από την εσωτερική αιμορραγία. Το γεγονός αυτό έκανε τους γιατρούς να σηκώσουν στην κυριολεξία τα χέρια, αφού τέτοια περίπτωση δεν δεχόταν χειρουργική επέμβαση. Μετά την πάροδο 24ωρών στην εντατική, ο Κώστας εξαντλημένος από την απώλεια αίματος οδηγείται στο χειρουργείο. «Ήμουν ετοιμοθάνατος, είχα χάσει τρία κιλά αίμα, όταν οι γιατροί αποφασίζουν να κάνουν μια προσπάθεια σωτηρίας. Με χειρουργούν στην κοιλιακή χώρα για να μην αφήσουν να πεθάνω όπως οι ίδιοι, είπαν αργότερα, χωρίς ιατρική προσπάθεια. Η εγχείρηση αποτυχαίνει, αφού δεν κατάφεραν να φθάσουν στο σημείο που χρειαζόταν και απλώς περίμεναν, όπως έλεγαν, να πεθάνω», διηγείται εμφανώς συγκινημένος σήμερα ο Κώστας.
Το ανεξήγητο
Κατά περίεργο, όμως τρόπο, και ενώ οι δικοί του ανέμεναν το μοιραίο, ο Κώστας, έζησε. «Η φλέβα έκλεισε μόνη της και οι γιατροί μιλούν μέχρι σήμερα για θαύμα», λέει. Ο νεαρός πατέρας παραμένει στο νοσοκομείο επί δέκα ημέρες. Γυρίζει εν συνεχεία σπίτι του και μετά την πάροδο 15 ημερών περνά και πάλι το κατώφλι του νοσοκομείου για μια ακόμη επέμβαση, με την οποία καθαρίζεται το αιμάτωμα. Στις 26 Οκτωβρίου του 2002, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, επιστρέφει στο σπίτι, στη καλή σύζυγο του και τα δύο κοριτσάκια του. Η βελτίωση στην υγεία του, όπως ομολογεί ο ίδιος είναι ραγδαία. Μέχρι το σημείο, αυτό τίποτε δεν του είχε προκαλέσει εντύπωση.
Η συνομιλία με την Αγία
Τα ξημερώματα της 29ης Οκτωβρίου, όμως ένα όνειρο ή όραμα αλλάζει τη ζωή του, αφού δίνει την απάντηση σ’ αυτό που οι γιατροί αποκάλεσαν ομόφωνα θαύμα. Να πως διηγήθηκε ο ίδιος, το όνειρο αυτό. «Βλέπω μία κοντή και πολύ νεαρή κοπέλα, που φορούσε ένα σκούρο γκριζωπό ράσο και ένα μαντήλι-κάτι σαν κουκούλα-στο κεφάλι να με πλησιάζει. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να διακρίνω το πρόσωπό της. Εξέπεμπε, όμως η παρουσία της μια εξαιρετική γλυκύτητα. Περπατούσε χιαστά πάνω από ένα τεράστιο φίδι, για το οποίο έδειχνε αδιαφορία. Εντύπωση μου προκαλούσε και το χρώμα του ουρανού αλλά και το πρωτόγνωρο –αλλόκοτο- πρωτοφανές φως της ημέρας. Πριν προλάβω να την ρωτήσω ποια είναι σταματάει σε μία απόσταση 4-5 μέτρων και μου λέει. «Είμαι η Αγία Αναστασία. Εγώ σε έσωσα». Το ύφος της έδειχνε πως δεν έκανε κάτι σπουδαίο, πιθανόν για να μην νιώσω υποχρεωμένος για την πράξη της. Με ιδιαίτερα προκλητικό και δύσπιστο ύφος την ρωτώ. «Γιατί με έσωσες;» Και εκείνη με ύφος που έδειχνε πως απλώς ακολούθησε κάποια εντολή μου απαντά: «Γιατί μου το ζήτησε η Παναγία». Όπως αναφέρει, ο Κώστας κατά τη διάρκεια της συνομιλίας η παρουσία της Αγίας Αναστασίας είχε δημιουργήσει στην όλη ατμόσφαιρα μια εξαιρετική γλυκύτητα.
Έκδηλα συγκλονισμένος από το όνειρο-όραμα ο Κώστας σηκώνεται και τηλεφωνεί σε ένα γνωστό του και φίλο του μοναχό. Εκείνος στην κυριολεξία ξαφνιάζεται από το πρωινό τηλεφώνημα. Ο Κώστας αποκρύπτει το όνειρο του και απλώς ρωτά τον μοναχό.
«Ξέρεις τίποτε για καμία Αγία Αναστασία;», Όπως μας λέει, μέχρι τότε είχε ακούσει για την Αγία Αναστασία τη Φαρμακολύτρια, αλλά ουδέποτε την είχε επικαλεστεί. «Ποια Αγία Αναστασία, τη Ρωμαία που γιορτάζει σήμερα;» απαντά ο μοναχός. Η απάντηση του μοναχού, συγκλονίζει ακόμη περισσότερο τον Κώστα. Αποφεύγει, όμως να πει, οτιδήποτε για το όνειρο.
Λίγες ημέρες, αργότερα ο Κώστα δέχεται ένα τηλεφώνημα, από γνωστό του ιερωμένο, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να μάθει για την πορεία της ανάρρωσής του. Κατά τη συζήτηση, του αναφέρει πως όταν συναντηθούν, θα του αναφέρει ένα όνειρο με την Αγία Αναστασία τη Ρωμαία, προκειμένου να λύσει ορισμένες απορίες του. Η επιμονή όμως του ιερωμένου να του πει περί τίνος πρόκειται έκαμψε τον Κώστα, που του είπε εν τάχει τι είχε συμβεί. «Κώστα, ξέρεις που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή και γιατί επέμεινα να μου πεις;» είπε ο ιερωμένος. Και πρόσθεσε χωρίς να αναμένει απάντηση. «Είμαι στη Ιερά Μονή Γρηγορίου, στο Άγιο Όρος και σε λίγο πρόκειται μαζί με άλλους προσκυνητές να προσκυνήσουμε το Άγιο λείψανό της, το οποίο βρίσκεται στη Μονή». Για δεύτερη φορά ο Κώστας συγκλονιζόταν. «Καταλαβαίνεις το σόκ που έπαθα», μας λέει.
Λόγω, της εργασίας του ο Κώστας επισκέπτεται σχεδόν σε καθημερινή βάση Ιερούς Ναούς και μοναστήρια. Έτσι, τον Απρίλιο του 2004, εξιστορούσε σε ένα μοναχό, έξω από την πύλη του μοναστηριού του στο Λουτράκι της Κορινθίας το όνειρο. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, περνά κάποιο αυτοκίνητο. Ο οδηγός του και η μικρή κόρη του ήταν γνωστοί στο μοναχό. Τον χαιρετούν και καθώς απομακρύνονται ο μοναχός λέει στον Κώστα. «Ο κύριος …. Κώστα έχει τάμα να χτίσει ένα εκκλησάκι στην περιοχή προς τιμή της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. Και γι’ αυτό την κόρη του την ονόμασε Αναστασία».
Όλα αυτά έχουν στην κυριολεξία προκαλέσει ακλόνητα θεμέλια πίστης στον Κώστα και στην οικογένεια του αλλά και στους φίλους του. Ο ίδιος φροντίζει να μην λείπει στο πανηγύρι που γίνεται προς τιμή της Αγίας Αναστασίας κάθε χρόνο στη Μονή Οσίου Γρηγορίου και διατηρεί μια σχέση επικοινωνίας με την Αγία Αναστασία μέσω της καθημερινής προσευχής του. Το βέβαιο είναι πως αυτή η γνωριμία του με την Αγία Αναστασία του άλλαξε ολόκληρη τη ζωή. Μέσω της γνωριμίας αυτής, έθεσε προτεραιότητα στο θέλημα του Χριστού και βιώνει καθημερινά το θαύμα της Ορθόδοξης πίστης. Δόξα τω Θεώ.

Συντάκτης: Θεοπούλα Παναγιώτου
Πηγή: Στύλος Ορθοδοξίας (Τευχ. Νοεμβ. 2005)
Αναρτήθηκε από ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΣ 

28 Οκτωβρίου 2017

ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ, 1940 ,Νικηφόρος Βρεττάκος

ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ, 1940 ,Νικηφόρος Βρεττάκος

Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)»

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)»

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγησε η Πίνδος
σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν:
«Ίτε παίδες Ελλήνων…»

Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες στα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.
Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
κι αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες τα σύννεφα
χανόταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.


27 Οκτωβρίου 2017

H «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο - (Παιδιά της Ελλάδος παιδιά)


H «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο


«Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα.
Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει, όπως αμφιβάλλω για το συγγραφικό μου τάλαντο. 
Σύμβολο ενός ολόκληρου λαού, απόλυτα ταυτισμένη με το έπος του '40, η Σοφία Βέμπο κατόρθωσε να συνδέσει το όνομά της με τη νεότερη ιστορία του Έθνους. 
Η εθνική μας φωνή με την ξεχωριστή χροιά και την ισχυρή προσωπικότητα, τραγούδησε με λεβεντιά, σατίρισε με θάρρος τους κατακτητές και εμψύχωσε τους έλληνες φαντάρους μας στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, με τραγούδια που έγιναν πατριωτικοί ύμνοι.
Γεννημένη στη Θράκη στις 11 Φεβρουαρίου του 1910, η Σοφία Μπέμπου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ξεκινά την καλλιτεχνική της πορεία ως τραγουδίστρια το 1933 από τη Θεσσαλονίκη για να βρεθεί πολύ γρήγορα στην πρωτεύουσα όπου η εξέλιξή της υπήρξε αλματώδης.
Το πρώτο τραγούδι της καριέρας της Βέμπο είναι η Όμορφη τσιγγάνα, ενώ το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησε είναι το Μη ζητάς φιλιά, στην εταιρεία Παρλοφόν, το 1934. Έως το 1939 η Βέμπο έχει ήδη αναγνωριστεί και καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.
Ωστόσο, τα σύννεφα του πολέμου ολοένα και πυκνώνουν και το 1940 πολλές χώρες ήδη έχουν καταληφθεί από τις δυνάμεις του Άξονα. 
Στην Ελλάδα σημειώνονται οι πρώτες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από ιταλικά αεροπλάνα και στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 10 το πρωί, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Ζαππείου διακόπτει τη ροή του προγράμματος και προβαίνει στην ιστορική εκείνη ανακοίνωση της επίθεσης των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας και την άμυνα των ημετέρων.
Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος μόλις είχε ξεκινήσει.
Η κήρυξη του πολέμου εκτοξεύει την καριέρα της Βέμπο, η οποία ξεκινά να τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια στην παράσταση Πολεμική Αθήνα που ανέβασε το θέατρο Μοντιάλ, του Μίμη Τραϊφόρου (συνεργάτης και μετέπειτα σύζυγός της). 
Αξίζει να σημειωθεί πως με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου όλες οι οι επιθεωρήσεις προσαρμόζουν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα και τα τραγούδια επανεγγράφονται με πατριωτικούς στίχους. 
Από τη σκηνή του θεάτρου Μοντιάλ η Βέμπο ερμηνεύει για πρώτη φορά τα τραγούδια που έγιναν πατριωτικοί ύμνοι (Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά και Κορόιδο Μουσολίνι) και γράφει ιστορία. Το ασφυκτικά γεμάτο -καθημερινά- θέατρο Μοντιάλ, ξεκινά να παραχωρεί τις μισές από τις εισπράξεις του για την ενίσχυση του μετώπου, ενώ παράλληλα η Βέμπο προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες. 
Το 1941 η Βέμπο ερμηνεύει το Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και ακολουθούν τα Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός, Μας χωρίζει ο πόλεμος, κ.α. 
Σε μια προσπάθεια να πάρουν κουράγιο οι έλληνες φαντάρει και να γιγαντωθεί το ηθικό τους, το Γενικό Επιτελείο Στρατού στέλνει τους δίσκους της Βέμπο σε όλες τις μονάδες στο μέτωπο.
Λίγο προτού εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα και ενώ με τα τραγούδια της κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έχει γίνει η «τραγουδίστρια της νίκης», βγαίνοντας από το θέατρο Μοντιάλ όπου εμφανίζεται και πηγαίνοντας στο Αλάμπρα όπου παίζει η αδελφή της Αλίκη, συνέβη το εξής περιστατικό το οποίο η Σοφία Βέμπο αναφέρει στην αυτοβιογραφία της (η οποία δημοσιεύτηκε το 1947, σε 62 συνέχειες στην καθημερινή ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης «Εθνικός Κήρυξ»): «ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο.
Ηταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. 
Επρόλαβα να φωνάξω:
"Με σκότωσες, παλιάνθρωπε".
Τίποτα άλλο, λιποθύμησα». 
Το πρωί της άλλης ημέρας το τηλέφωνο του σπιτιού της χτυπάει και αμέσως μια βαριά φωνή τής λέει:
«Σ' τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες. Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. 
Ηταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο».
Την εποχή εκείνη κυκλοφορούν φήμες από τις δυνάμεις κατοχής ότι η Σοφία Βέμπο πέθανε.
Αλλά δεν μένουν εκεί.
Μόλις ξεκίνησε μια απογευματινή της παράσταση, δύο λοχαγοί της Γκεστάπο της λένε να ντυθεί και να τους ακολουθήσει και την οδηγούν στα ανακριτικά της Γκεστάπο. 
Ακολουθούν οι φυλακές Αβέρωφ.
Την ξαναπηγαίνουν στην Γκεστάπο και την αφήνουν αφού υπέγραψε χαρτί όπου διαβεβαιώνει ότι δεν θα ξανατραγουδήσει πατριωτικά τραγούδια. 
Το κάνει.
Αλλά στέλνει τα μηνύματά της μέσω τραγουδιών.
Οι Ιταλοί στη συνέχεια την καλούν να σταματήσει με ανακοίνωσή τους. 
Και έγινε.
Δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά της.
Μετά από λίγο την άδεια την παίρνει πίσω.
Και ανήμερα την 28η Οκτωβρίου, με τους ιταλούς και γερμανούς λογοκριτές δίπλα της, δίνει παράσταση ντυμένη στα γαλανόλευκα. 
«Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα».
Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα η Βέμπο φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα της περιοχής. 
Εκεί ήδη είχε αρχίσει να γεννιέται ο πυρήνας μιας ελεύθερης Ελλάδας.
Στη Μέση Ανατολή, όπου παρέμεινε σχεδόν τρεισήμισι χρόνια (1942-1946), τραγουδά για να ψυχαγωγήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις, ανεβάζει επιθεωρήσεις, δίνει ρεσιτάλ και δεν σταματά να δίνει τα πάντα για τον αγώνα. 
Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος από τα έσοδα των εμφανίσεων που πραγματοποιεί, πηγαίνει κατευθείαν για εθνικούς σκοπούς.
Μετά την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία, το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής τής διαθέτει πολεμικό αεροσκάφος για να γυρίσει στην Ελλάδα. 
Τότε, και ενώ η καριέρα της βρισκόταν στο ζενίθ, παίρνει την απόφαση να πάει στην Αμερική όπου την προσκαλούσε ο απόδημος ελληνισμός. 
Στην Αμερική μένει σχεδόν δυόμισι χρόνια (1947-1949) αλλά στο μυαλό της έχει πάντα τη σκέψη να επιστρέψει στην πατρίδα.
«Η Ελλάδα με δημιούργησε και σ’ αυτή θέλω να γυρίσω.
Θέλω να τελειώσω της καριέρα μου στον τόπο που μου τα έδωσε όλα και με το παραπάνω», αναφέρει.
Το 1949 επιστρέφει στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω δόξες και συμβόλαια, ύστερα από τιμητική πρόσκληση του Γενικού Επιτελείου Στρατού για περιοδεία στις μαχόμενες μονάδες κατά τη μαύρη περίοδο του Εμφυλίου. 
Αρκετά χρόνια αργότερα, μια μεγάλη στιγμή σημαδεύει τα τελευταία χρόνια της ζωής της: η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973. 
Καθώς το διαμέρισμά της βρίσκεται εκεί κοντά, η Βέμπο αψηφώντας τη χούντα των συνταγματαρχών δίνει άσυλο, ανοίγοντας την πόρτα της σε κυνηγημένα παιδιά.
Όταν η Ασφάλεια έρχεται στο κατώφλι της λέει στον επικεφαλής:
«Εγώ δε φοβήθηκα τον Ντούτσε, δε φοβήθηκα τον Χίτλερ. 
Είναι δυνατόν τώρα να φοβηθώ εσάς; 
Είναι ποτέ δυνατόν να φοβηθώ τους δικούς μου; 
Και μ’ αυτή τη γενναία πράξη έπεσε η αυλαία των εθνικών της προσφορών».
«Η Τραγουδίστρια της Νίκης» Σοφία Βέμπο, «έφυγε» από τη ζωή το πρωί της 11ης Μαρτίου του 1978 σε ηλικία 68 ετών και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

*Πληροφορίες και αποσπάσματα που αναφέρονται στο άρθρο προέρχονται από το βιβλίο «Σοφία Βέμπο - Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της» (εκδόσεις University Studio Press), της Κατερίνας Κ. Πετρίδου η οποία υπήρξε προσωπική φίλη της μεγάλης ερμηνεύτριας-σύμβολο. 
Σε αυτό, μέσω της 28χρονης προσωπικής της φιλίας με την τραγουδίστρια, η κ. Πετρίδου προσεγγίζει τη ζωή της ερμηνεύτριας με έναυσμα τις προσωπικές της αναμνήσεις. Στη διάθεσή της, εκτός από τις αναμνήσεις της, έχει και μια συλλογή που απαρτίζεται από αυθεντικά προσωπικά κειμήλια της Σοφίας Βέμπο, παρτιτούρες, πλάκες γραμμοφώνου, βινύλια, προγράμματα θεάτρου, σπάνια χειρόγραφα, γράμματα / τηλεγραφήματα, ανέκδοτες θεατρικές/στρατιωτικές φωτογραφίες με αφιερώσεις, επιστολές κ.ο.κ.

http://www.epilekta.com/2017/10/h_14.html#more